Thursday, 5 April 2018

καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν


Είναι αναντίρρητο γεγονός ότι τα 4 ευαγγέλια (τα τρία συνοπτικά και αυτό του Ιωάννη) είναι η μόνη πηγή πληροφορίας για την ζωή του Ιησού του Ναζωραίου. Είναι επίσης γεγονός ότι τα ευαγγέλια αν εξεταστούν από ιστορική σκοπιά είναι ανεπαρκή και πλημμελή κείμενα . Εξάλλου οι συγγραφείς τους δεν είχαν σκοπό να συγγράψουν ιστορικά δοκίμια.

Στα ευαγγέλια επικρατεί ο θεολογικός χαρακτήρας. Ένα από τα κύρια προβλήματα των ευαγγελίων, από την σκοπιά της ιστορικής έρευνας, είναι το γεγονός ότι οι ευαγγελιστές δεν τοποθετούν με χρονική αλληλουχία τα ιστορούμενα γεγονότα και δεν αφηγούνται με συνεκτικό τρόπο τις διάφορες πληροφορίες που παραθέτουν, αφήνοντάς τες εν πολλοίς σκόρπιες.  Τα γεγονότα συνδέονται χαλαρά με ένα «και», «ευθέως» ή «πάλιν». Επιπλέον είναι πολύ πιθανό τα ευαγγέλια που έχουμε στα χέρια μας να έχουν αλλαχτεί και πλαστογραφηθεί  στο διάβα της ιστορίας, περιέχοντας μόνο ένα μέρος της πληροφορίας που είχαν τα αρχικά αρχαία κείμενα που περιέγραφαν τη σταδιοδρομία του Ιησού. [1]
Συνεπώς δεν μπορούμε να είμαστε απόλυτα βέβαιοι και διεξοδικοί αναφορικά με πολλές και σημαντικές πτυχές της ζωής και της δράσης του Ιησού της ιστορίας.

Ενδεικτικό του πόσα λίγα ξέρουμε για τον Ιησού είναι το πόσα περισσότερα ξέρουμε για τον (ετεροθαλή) αδελφό του, τον Ιάκωβο. Ο Ιησούς, βάσει της συνηθισμένης αφήγησης υπήρξε επικεφαλής ενός κινήματος μαθητών και πιστών του για περίπου τρία χρόνια [2], ενώ ο αδελφός του, ο Ιάκωβος, μετά τον θάνατο του Ιησού ηγήθηκε της πρώτης αποστολικής εκκλησίας (της κοινότητας των μαθητών του Ιησού) στην Ιερουσαλήμ για περίπου 30 χρόνια ! [3]

Παρ’ όλα αυτά από τα ευαγγέλια μπορούμε να εξάγουμε κάποια πολύ ασφαλή – κατά τη γνώμη μου αδιαμφισβήτητα-συμπεράσματα αναφορικά με την φύση των αιτημάτων που έθετε ο Ιησούς και το κίνημα του οποίου ηγήθηκε.

Το ερώτημα, λοιπόν, που ανακύπτει είναι το εξής: Ποιο πρόβλημα βάλθηκε να εξαλείψει ο Ιησούς ; Ή με άλλα λόγια, ποιο ήταν το κύριο μέλημά του ; Σ’ αυτό το ερώτημα απαντάμε στο επόμενο κεφάλαιο.

Ο Ιησούς για την ιδιοκτησία, την φτώχεια και τον πλούτο



Η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα είναι προφανής σε όσους διαβάσουν τα ευαγγέλια.

Ο Ιησούς ήταν τέκτων, δηλαδή τεχνίτης (κι όχι απαραίτητα ξυλουργός):
«οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ τέκτωνὁ υἱὸς τῆς Μαρίας, ἀδελφὸς δὲ Ἰακώβου καὶ Ἰωσῆ καὶ Ἰούδα καὶ Σίμωνος;» (Κατά Μάρκον, 6,3)  
Καταγόταν συνεπώς από μια φτωχή οικογένεια. Βίωσε, λοιπόν, από πρώτο χέρι την φτώχεια, την αδικία και την εκμετάλλευση.

Ο Ιησούς, όμως, δεν ήταν συνηθισμένο πλάσμα. Η αξιοπρέπεια και η ηθική του δεν του επέτρεπαν να στρέψει το βλέμμα του μακριά από το πρόβλημα. Δεν συγκαταλεγόταν σε εκείνους που επιλέγουν τον εύκολο δρόμο προκειμένου να μην κάνουν το καθήκον τους απέναντι στα προβλήματα που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα. Δεν ανεχόταν και δεν συμβιβαζόταν με την αδικία.

Ο Ιησούς, έχοντας υποφέρει κι ο ίδιος από την ανέχεια, είδε τους φτωχούς, τους λυπήθηκε και βάλθηκε να τους σώσει.

Γράφει ο Ματθαίος:

«Και περιώδευε ο Ιησούς όλας τας πόλεις και τα χωρία διδάσκων εις τας συναγωγάς αυτών και κηρύσσων το χαρμόσυνον άγγελμα της βασιλείας των ουρανών και θεραπεύων κάθε ασθένειαν και κάθε καχεξίαν μεταξύ του λαού. Οταν δε είδε τα πλήθη του λαού, ησθάνθη ευσπλαγχνίαν και πόνον δι' αυτούς, διότι ήσαν αποκαμωμένοι πνευματικώς και  παραπεταμένοι, σαν πρόβατα που δεν είχαν ποιμένα. Τοτε λέγει στους μαθητάς του· “ο μεν θερισμός είναι πολύς αλλά οι εργάται είναι ολίγοι. » (Κατά Ματθαίον, 9,35 -9,37)

Ο, δε, Λουκάς γράφει τα εξής:
«Και αυτός, αφού εσήκωσε τα μάτια του προς τους μαθητάς, έλεγε· “μακάριοι είσθε σεις οι πτωχοί, που δεν έχετε δώσει την καρδία σας εις τα πλούτη, αλλά στηρίζετε τας ελπίδας σας στον Θεόν, διότι δική σας είναι η βασιλεία του Θεού”» (Κατά Λουκάν, 6,20)
Και:
«Και εδόθη εις τα χέρια του το βιβλίον του προφήτου Ησαΐου και αφού εξεδίπλωσε το βιβλίον, ευρήκε το μέρος εκείνο, που ήσαν γραμμένα τα εξής· "Πνεύμα Κυρίου μένει εις εμέ, διότι με αυτό με έχρισεν και με έστειλε να κηρύξω στους πτωχούς το χαρμόσυνον μήνυμα της λυτρώσεως, να θεραπεύσω αυτούς των οποίων η καρδία έχει συντριβή"» (Κατά Λουκάν, 4, 17-18)

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι ο Ιησούς κατέστησε απόλυτα σαφές ότι ο αγώνας του θα εστιαζόταν στην ανακούφιση των φτωχών. Ο τελικός στόχος του, βέβαια, όπως θα δούμε παρακάτω, δεν ήταν απλά η άμβλυνση των συνεπειών της ακραίας φτώχειας, αλλά η κατάργηση των ίδιων των κοινωνικών σχέσεων και θεσμών που γεννούν την φτώχεια και την μιζέρια.

Ο Ιησούς στο ζήτημα της ιδιοκτησίας υιοθετεί τις αρχές του Μωσαϊκού Νόμου, τον οποίο όπως έλεγε κι ο ίδιος δεν ήρθε να καταλύσει, αλλά να τηρήσει και να ολοκληρώσει:

«Μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον καταλῦσαι τὸν νόμον ἢ τοὺς προφήτας· οὐκ ἦλθον καταλῦσαι, ἀλλὰ πληρῶσαι.» (Κατά Ματθαίον, 5,17)

Τι έλεγε, λοιπόν, ο Μωσαϊκός Νόμος για την ιδιοκτησία ;

Για να απαντήσουμε στην ερώτηση αυτή αρκεί η παράθεση του αντίστοιχου υποκεφαλαίου από το 25ο κεφάλαιο από το Λευιτικόν:

«Τα χωράφια σας δεν θα πωλούνται οριστικώς και αμετακλήτως, διότι ιδική μου είναι η γη και σεις που κατοικείτε εις αυτήν, είσθε ξένοι και παρεπίδημοι ενώπιόν μου. 
Δι' αυτό, όλα τα χωράφια, τα οποία θα αποκτάτε με αγοράν, θα είναι δυνατόν να εξαγορασθούν από τον πρώτον ιδιοκτήτην των. 
Εάν, λοιπόν, ο πτωχός αδελφός σου, ο πλησίον σου, ευρεθή εις την ανάγκην και πωλήση το κτήμα του και έλθη ο πλησιέστερος συγγενής του, δύναται να εξαγοράση το πωληθέν υπό του συγγενούς του κτήμα. 
Εάν δε αυτός, που επώλησε το κτήμα, δεν έχη εύπορον συγγενή, ευπορήση όμως ο ίδιος και εύρη τα απαιτούμενα χρήματα δια την εξαγοράν του πωληθέντος κτήματός του, έχει το δικαίωμα να το εξαγοράση. 
Θα υπολογίση και θα αφαιρέση τα έτη της πωλήσεως του κτήματος και θα καταβάλη τα υπόλοιπα στον άνθρωπον, προς τον οποίον το είχε πωλήσει και θα επιστρέφη πάλιν ως ιδιοκτήτης στο κτήμα, το οποίον και προηγουμένως κατείχε. 
Εάν όμως ο πωλητής δεν ευπορηθή οικονομικώς ώστε να αγοράση το κτήμά του δια να επαναποκτήση αυτό, η ισχύς της πωλήσεως θα παραταθή μέχρι του έκτου έτους της αφέσεως. Κατά το έτος αυτό της αφέσεως ο αγοραστής θα εγκαταλείψη το κτήμα και αυτό θα περιέλθη εις την κυριότητα του πωλήσαντος.» (Λευι. 25, 23-28)
Ο Μωσαϊκός Νόμος, όπως βλέπουμε, ήταν απόλυτα σαφής στα θέματα ιδιοκτησίας. Η γη ανήκει στον Θεό. Κανείς άνθρωπος δεν έχει πραγματική κυριότητα πάνω σε ό,τι έπλασε ο Θεός.

Η αγορά είναι προσωρινή και σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να οδηγεί στην ανισότητα μεταξύ των μελών της κοινότητας. Η όποια αγοραπωλησία πρέπει να έχει ως τελικό στόχο την διευκόλυνση και την βοήθεια του συνανθρώπου κι όχι την κυριαρχία και εξουσία επί αυτού.

Κι αυτή, όμως, η αγοραπωλησία, είναι, όπως είπαμε, προσωρινή γιατί όλα ανήκουν στον Θεό. Στο Έτος της Αφέσεως η γη και τα πλούτη αναδιανέμονται και τα χρέη διαγράφονται.

Ο Μωυσής, συνεπώς, δίδασκε και νομοθετούσε κατά της ατομικής ιδιοκτησίας. Η ατομική ιδιοκτησία αποτελούσε βλασφημία απέναντι στον Θεό και αμαρτία εις βάρος του συνανθρώπου.

Αυτή την θέση ενστερνίζεται κι ο Ιησούς στο ακέραιο. Αυτό πιστοποιείται και από την ακόλουθη, περίφημη πια, αποστροφή του Ιησού που αντηχεί στους αιώνες:
« Διότι είναι ευκολώτερον να περάση μια γκαμήλα από την μικρή τρύπα που ανοίγει ένα βελόνι, παρά ένας πλούσιος να εισέλθη εις την βασιλείαν του Θεού”.» (Κατά Λουκάν, 18,25)
Ο πλούσιος κατά την θεώρηση του Ιησού, διέθετε πλούτο γιατί εκμεταλλευόταν τους φτωχούς. Ό,τι έχανε ο φτωχός το κέρδιζε ο πλούσιος. Ή για να το πούμε διαφορετικά υπήρχαν πλούσιοι γιατί πολύ απλά υπήρχαν φτωχοί. Συνεπώς η ίδια η περιουσία του  πλουσίου ήταν τεκμήριο της αμαρτίας που διέπραξε απέναντι στους συνανθρώπους του. Εξ ου και το ότι ο πλούτος, κατά τον Ιησού, αποτελούσε εμπόδιο για την είσοδο κάποιου στον Παράδεισο. 

Αβίαστα, συνεπώς, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι τα κηρύγματα και η δημόσια δράση του Ιησού είχαν σαφές ταξικό περιεχόμενο. Οι κοινωνικές τάξεις, οριζόμενες ως  η συλλογική κοινωνική έκφραση της εκμετάλλευσης [4], είναι απόλυτα αντίθετες με τις αξίες της κοινοκτημοσύνης και της αλληλεγγύης που πρέσβευε ο Ιησούς και τις οποίες είχε υιοθετήσει η κοινότητά του (και τις οποίες διατήρησε και μετά τον θάνατό του).

Εξ ου και η ακόλουθη προτροπή του Ιησού στον πλούσιο:  
“ένα ακόμα σου λείπει· όλα όσα έχεις πώλησέ τα και μοίρασέ τα στους πτωχούς και θα αποκτήσης έτσι θυσαυρόν στον ουρανόν και εμπρός ακολούθησέ με ”. (Κατά Λουκάν, 18,22)
Αλλά πριν αναφερθούμε στον τρόπο που επέλεξε ο Ιησούς για να αντιμετωπίσει το κολοσσιαίο πρόβλημα της φτώχειας, ας δούμε πρώτα για τι μεγέθους φτώχεια μιλάμε. Πόσο μεγάλο ήταν τελικά το πρόβλημα ;


Η ακραία ανισότητα και η φτώχεια στην εποχή του Ιησού



Η ανισότητα στην εποχή του Ιησού ήταν τεράστια. Λίγες οικογένειες (του Πιλάτου, του Ηρώδη, της ιερατικής ελίτ και κάποιων πλούσιων εμπόρων) διέθεταν όλη την γη και όλο τον πλούτο, ενώ οι πλατιές μάζες του υπόλοιπου πληθυσμού διαβιούσαν στην απόλυτη φτώχεια. Η Γαλιλαία όπου κυρίως δραστηριοποιήθηκε ο Ιησούς, τυπικά ήταν ένα «ρωμαϊκό πελατειακό βασίλειο» και όχι ρωμαϊκή επαρχία. [5] Η ρωμαϊκή διοίκηση πίεζε την οικονομική μέγγενη, αυξάνοντας τους φόρους, επί των υποτελών τάξεων (κυρίως αγροτιά). Αυτό το έκανε γιατί το πλεόνασμα που αντλούσαν οι ανώτερες τάξεις, συγκλητικοί και ιππείς, μειωνόταν αισθητά λόγω της φθίνουσας παραγωγικότητας του δουλοκτητικού συστήματος. Αν το γεγονός αυτό συνδυαστεί με την συνεχώς αυξανόμενη ασύδοτη, καταχρηστική και πολυτελή κατανάλωση των πλουσίων, καταλήγουμε στο ακόλουθο συμπέρασμα: Το ρωμαϊκό κράτος, εκπροσωπώντας τα συμφέροντα των πλουσίων, ήταν αναγκασμένο να αυξήσει την φορολογία για να συντηρήσει το status quo. [6] 

Ας μην ξεχνάμε, όπως πολύ εύστοχα τονίζει ο Scheidel, πως το φαινόμενο ύπαρξης υπερ-πλουσίων που αποτελούν μόλις το 1% του πληθυσμού, πρωτοεμφανίστηκε στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. [7] Η ανισότητα είχε φθάσει σε τέτοια δυσθεώρητα ύψη ώστε, πέραν του 1% των ζάμπλουτων, μόλις το 10 % του πληθυσμού της αυτοκρατορίας είχε εισόδημα αρκετά πάνω από το όριο της επιβίωσης. Το υπόλοιπο περίπου 90%, η συντριπτική πλειονότητα του πληθυσμού δηλαδή, διέθετε στην καλύτερη περίπτωση οριακό για την επιβίωση εισόδημα. [8] Για να το πούμε απλά: Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία από την εποχή του Αυγούστου μέχρι και την τελική της κατάρρευση αποτέλεσε τον κολοφώνα της ανισότητας, όπου σε μια αχανή έκταση με έναν τεράστιο πληθυσμό, μόνο ελάχιστες οικογένειες διέθεταν όλα τα μέσα παραγωγής και επιβίωσης, αφήνοντας τα εκατομμύρια των υπολοίπων στην απόλυτη φτώχεια.


Χρέος: Η προαιώνια έκφραση της ολιγαρχίας και της ανισότητας



Μιλώντας, δε, για εκμετάλλευση, ολιγαρχία και τεράστια ανισότητα, δεν θα μπορούσαμε να παραλείψουμε το κεντρικό ζήτημα του χρέους, κρατικού και ιδιωτικού. Η επανεμφάνιση του χρέους, δεν πρέπει να μας κάνει εντύπωση. Τουναντίον, το χρέος αποτελεί τα τελευταία, τουλάχιστον, 5000 χρόνια την έκφραση της εκμετάλλευσης, της ιεραρχίας, της ανισότητας και κατ’ επέκταση της ίδιας της ολιγαρχίας. [9] Ανέκαθεν το χρέος αποτελούσε ένα πανίσχυρο όπλο για την κατίσχυση του φτωχού οφειλέτη από τον πλούσιο πιστωτή.

Στην εποχή του Ιησού η τοκογλυφία και η υπερχρέωση των υποτελών τάξεων οργίαζε, εντείνοντας ακόμη περισσότερο μια από τις χειρότερες κρίσεις χρέους του αρχαίου κόσμου. [10]  

Προς επίρρωση της προηγούμενης διαπίστωσης περί της κοινωνικής και ταξικής φύσης της διδασκαλίας και δράσης του Ιησού, αρκεί να επισημάνουμε την ίδια την προσευχή που ζητούσε ο Ιησούς να κάνουν οι μαθητές του, που δεν είναι άλλη από το Πάτερ Ημών :
«καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν·» (Κατά Ματθαίον, 6,12)
Ζητούσαν, δηλαδή, από τον Θεό, αφού πρώτα του είχαν ζητήσει να τους παράσχει ψωμί καθημερινά (τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον·), να διαγράψει επίσης τα βαρύτατα χρέη τους, όπως και εκείνοι διαγράφουν τα χρέη των οφειλετών τους. 

Στην ίδια την κυρίαρχη προσευχή των Χριστιανών διασώζεται κωδικοποιημένο το σύνολο των (κύριων τουλάχιστον) πολιτικών και κοινωνικών αιτημάτων που διεκδικούσε το κίνημα το οποίο ίδρυσε ο Ιησούς.

Ο Ιησούς, μέσω του Πάτερ Ημών, αποδέχεται και συνεχίζει την παράδοση του Μωσαϊκού Νόμου, αναφορικά με την διαχείριση και την στάση απέναντι στο χρέος.

Με τα δικά του λόγια:

«Μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον καταλῦσαι τὸν νόμον ἢ τοὺς προφήτας· οὐκ ἦλθον καταλῦσαι, ἀλλὰ πληρῶσαι.» (Κατά Ματθαίον, 5,17)

Ο δε Μωσαϊκός Νόμος, όπως αυτός καταγράφεται στον Πεντάτευχο ή Τόρα στα εβραϊκά (δηλαδή τα πέντε πρώτα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης:  Γένεσις, Έξοδος, Λευιτικόν, Αριθμοί, Δευτερονόμιον) είναι πολύ συγκεκριμένος σε σχέση με το χρέος. 

Συγκεκριμένα τόσο το Λευιτικόν (περιέχει τη νομοθεσία των ιερέων της φυλής Λευί), όσο και το Δευτερονόμιο («δεύτερος νόμος» ο οποίος δόθηκε στον Μωυσή λίγο πριν το θάνατό του) περιέχουν αναλυτικές περιγραφές του Ιωβηλαίου ή Έτους της Αφέσεως
Πραγματικά αξίζει να παραθέσω αυτούσιο το 15ο κεφάλαιο του Δευτερονομίου, που περιγράφει το Έτος (ή Νόμο) της Αφέσεως: 

«Καθε επτά έτη θα παρέχης άφεσιν των χρεών. Ως εξής θα εφαρμόζεται ο νόμος της αφέσεως των χρεών• δηλαδή κάθε χρέος, το οποίον σου οφείλει ο πλησίον και ο αδελφός σου, δεν θα το ζητήσης, αλλά θα το χαρίσης, διότι εκ μέρους Κυρίου του Θεού σου ορίζεται και επιβάλλεται αυτή η άφεσις των χρεών.
Από τον ξένον θα απαιτήσης να σου δώση το χρέος του. Εις τον αδελφόν σου όμως τον Ισραηλίτην θα χαρίσης το χρέος κατά το έτος της αφέσεως.Τούτο δέ, διότι δεν πρέπει να υπάρχη μεταξύ σας πτωχός. Εφόσον δε συ χαρίζστο χρέος, θα σε ευλογήση ο Κυριος εις την χώραν, την οποίαν σου έδωκε ως κληρονομίαν.
Εάν προθύμως υπακούσετε εις την φωνήν Κυρίου του Θεού σας, ώστε να φυλάσσετε και να πράττετε όλας τας εντολάς, τας οποίας εγώ σήμερον σας διατάσσω, τότε Κυριος ο Θεός σας θα σας ευλογήση, όπως σας έχει υποσχεθή. Θα έχης αφθονίαν αγαθών και χρήματα, ώστε να δανείζης έθνη πολλά, ενώ συ δεν θα ευρεθής εις την ανάγκην να ζητήσης δάνειον. Θα είσαι άρχων εις πολλούς λαούς, ενώ κανείς δεν θα είναι άρχων και αυθέντης εις σέ.
Εάν συμβή, ώστε εις μίαν από τας πόλεις της χώρας, που σας έδωσε Κυριος ο Θεός, να  υπάρξη πτωχός μεταξύ των αδελφών σου, συ να μη κλείσης τα σπλάγχνα σου, να μη  σκληρύνης και αποτραβήξης την καρδίαν σου από αυτόν, να μη κλείσης σφικτά τα χέρια σου, δια να μη δώσης τίποτε στον πεινασμένον και πονεμένον αδελφόν σου.
Αλλά πλούσια θα ανοίξης τα χέρια σου προς αυτόν. Θα του προσφέρης και θα του δανείσης όσον και ο,τι του χρειάζεται, αφού ευρίσκεται εις ανάγκην.
Πρόσεχε στον εαυτόν σου, μήπως μέσα εις την διάνοιαν και την καρδίαν σου σκεφθής κατά παράνομον τρόπον και είπης “πλησιάζει το έβδομον έτος, το έτος αυτό της αφέσεως των χρεών”• και έτσι βλέπων με πονηρόν βλέμμα τον αδελφόν σου και σκεπτόμενος ότι μετ' ολίγον θα είσαι υποχρεωμένος να του χαρίσης τα χρέος- και δεν τον δανείσης, τότε ο αδελφός σου αυτός θα φωνάξη προς τον Κυριον εναντίον σου και θα είναι μεγάλη η ενοχή σου δια την πονηρίαν αυτήν.
Ολοπρόθυμα πρέπει να δώσης εις αυτόν δάνειον, ανάλογον προς την ανάγκην του• δεν πρέπει δε να λυπηθή η καρδία σου δια το δάνειον, που θα δώσης στον αδελφόν σου, διότι δια την καλήν σου αυτήν πράξιν θα σε ευλογήση ο Θεός εις όλας τας εργασίας σου, θα ευλογήση όλα τα έργα των χειρών σου.
Επειδή ποτέ δεν θα λείψη πτωχός από την χώραν σου, δια τούτο σου δίδω εγώ αυτήν την εντολήν και σε διατάσσω• Απλόχερα θα ανοιξης τα χέρια σου στον πτωχόν αδελφόν σου που κατοικεί εις την χώραν σου και ευρίσκεται εις ανάγκην.» (Δευτ. 15,1-11)         
Στο Λευιτικόν επίσης περιγράφεται με λεπτομέρεια το Ιωβηλαίο έτος: 

«Θα αγιάσετε το πεντηκοστόν αυτό έτος και θα διακηρύξετε εις την χώραν σας ελευθερίαν εις όλους τους κατοίκους της.  
Έτος αφέσεως, έτος δηλαδή ελευθερίας θα είναι το νόημα του σαλπίσματος. Ο καθένας από σας θα επανέλθη ως κύριος εις την ιδιοκτησίαν του, κάθε δούλος θα επανέλθη ελεύθερος εις την φυλήν του.  
Το πεντηκοστόν έτος, το οποίον θα σημάνουν αι σάλπιγγες, θα είναι έτος απελευθερώσεως ανθρώπων αποσβέσεως χρεών και αποδόσεως αγορασθέντων κτημάτων στον τέως ιδιοκτητήν των...» (Λευι. 25, 10-11)
Αυτό που αξίζει να παρατηρήσουμε είναι ότι ο Μωυσής είχε αντιληφθεί την φύση του χρέους και την απειλή που αυτό αντιπροσωπεύει στην κοινότητα και την ισότητα μεταξύ των ανθρώπων. Το χρέος ήταν και παραμένει ένα πανίσχυρο όπλο στα χέρια των ολιγαρχών -πιστωτών, γιατί βασίζεται σε μια προαιώνια ηθική επιταγή.

Το χρέος είναι μια υπόσχεση που διαστρεβλώθηκε, από τα μαθηματικά και την βία, υπό την έννοια ότι μετατρέπει όλες τις υποσχέσεις και τις οφειλές που κάνουμε στο πλαίσιο της ανθρώπινης κοινωνικότητας σε αριθμούς (εκφρασμένους σε χρήμα) που οφείλουν να αποπληρωθούν έστω και με την βία. [11]

Εξ ου και η ανάγκη για το Ιωβηλαίο Έτος και την διαγραφή των χρεών. Επίσης πρέπει να παρατηρήσουμε από τα παραπάνω εδάφια της Παλαιάς Γραφής ότι το χρέος αποκτά την αρχική, πριν την διαστρέβλωση, μορφή του. Δεν είναι πλέον, μια προσοδοφόρος επένδυση (λόγω της άντλησης του τόκου), αλλά ένα δώρο των πιο προνομιούχων σ' αυτούς που το έχουν ανάγκη (κάτι που αναγκαστικά εξαλείφει τον τόκο).

Δεν είναι δύσκολο να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι ο Ιησούς είχε καταστήσει κεντρικό πρόταγμα του κινήματός του, το αίτημα για την διαγραφή των χρεών, κατά τα πρότυπα του Ιωβηλαίου Έτους. Όπως επίσης και το ότι τα δάνεια που δίνονται θα πρέπει να μην είναι τοκοφόρα, αλλά δώρα προς τους φτωχούς.  

Ιδού τι έλεγε ο Ιησούς επί του θέματος:

«Και εάν δανείζετε εις εκείνους, από τους οποίους περιμένετε να πάρετε πίσω τα δανεικά, ποία ευμένεια και ανταπόδοσις από τον Θεόν σας αρμόζει; Διότι και οι αμαρτωλοί δανείζουν τους αμαρτωλούς, δια να λάβουν από αυτούς ομοίας εξυπηρετήσεις εις την ανάγκην των. 
Αλλά σεις να αγαπάτε τους εχθρούς σας, να ευργετήτε και να δανείζετε, χωρίς να αποβλέπετε εις καμμίαν ανταπόδοσιν και θα είναι ο μισθός σας πολύς και θα είσθε εις την βασιλείαν των ουρανών παιδιά του Υψίστου, διότι και αυτός είναι αγαθός και ευργετικός και προς αυτούς ακόμη τους αχαρίστους και πονηρούς.» (Κατά Λουκάν, 6.34-35)
Στο παραπάνω εδάφιο ο Ιησούς επαναλαμβάνει την εντολή που έδωσε ο Θεός στον Μωυσή:
«Αυταί είναι, αι εντολαί, τας οποίας θα παραθέσης ενώπιον των Ισραηλιτών... Εάν δανείσης χρήματα στον πτωχόν αδελφόν σου, δεν θα καταπιέσης αυτόν να σου επιστρέψη το δάνειον, ούτε θα του επιβάλης τόκον... Δεν θα στενοχωρήσετε ξένον. Διότι και σεις γνωρίζετε την ζωήν του ξένου, επειδή και οι ίδιοι εζήσατε ως ξένοι εις την Αίγυπτον.» (Έξοδος. 21,1, 22,25, 23,9)
Στη παραβολή του κακού δούλου, δε, ο Ιησούς έδειξε ότι κατανοεί απόλυτα τη φύση του χρέους ως σχέση κυριαρχίας. Επίσης μέσω αυτής της παραβολής επεξηγεί το πνεύμα και την θεώρηση του Μωσαϊκού Νόμου αναφορικά με το χρέος. 

Ο πονηρός δούλος στην παραβολή χρωστάει ένα ποσό δέκα χιλιάδων ταλάντων, το οποίο ακόμα κι αν πουληθούν σαν δούλοι όλα τα μέλη της οικογένειας του δεν μπορεί να αποπληρωθεί. Ο άρχοντας πιστωτής τον συγχωρεί αρχικά, ενώ μετά την καταγγελία των άλλων δούλων ότι ο οφειλέτης δούλος είναι σκληρός με τους δικούς του οφειλέτες, τον καταδικάζει σε μαρτύρια εφ όρου ζωής. (Κατά Ματθαίον. 18,23 – 18,35)

Στην παραβολή αυτή το χρέος αναδεικνύεται καθαρά ως πρόσχημα για να επιβληθούν και να εκφραστούν σχέσεις κυριαρχίας μεταξύ του άρχοντα και του δούλου. Κι αυτό γιατί ανακύπτει το ερώτημα του πώς ένας δούλος χρεώθηκε τόσο πολύ σ’ έναν άρχοντα;  

Συνεπώς το ζήτημα δεν είναι λογιστικό. Δεν έχει να κάνει, τόσο με το χρηματικό ποσό, που είναι αυθαίρετα μεγάλο, αλλά με το γεγονός ότι η δανειακή αυτή συμφωνία δεν μπορεί να έχει συναφθεί ειρηνικά και εθελοντικά και τελικά είναι αδύνατον να αποπληρωθεί, διαιωνίζοντας έτσι την ανισότητα μεταξύ πιστωτή και οφειλέτη. 

Η ανισότητα, όμως, μεταξύ των ανθρώπων αναγνωριζόταν ως μείζων πρόβλημα στον Μωσαϊκό Νόμο, θεωρούνταν παραβίαση της επιθυμίας του Θεού για την ισότητα των ανθρώπων, και μέσω μέτρων, όπως το Ιωβηλαίο, επιχειρούνταν να αντιμετωπιστεί.

Συνεπώς στην παραβολή αυτή ο άρχοντας είναι ουσιαστικά ο Θεός, απέναντι στον οποίο όλοι οι πιστοί έχουν ένα χρέος που δεν μπορεί, εξ ορισμού, να αποπληρωθεί. Μόνο ο Θεός έχει τέτοια δύναμη που έχει ρίζες στην ίδια την ύπαρξη των ανθρώπων.

Ο Θεός - άρχοντας ζητά ως αντάλλαγμα για την (υπαρξιακή) οφειλή που του χρωστά ο πιστός - δούλος, ο τελευταίος να διαγράψει τα χρέη που του οφείλουν οι άλλοι πιστοί-δούλοι. Όταν αυτό δεν γίνεται, τότε, ο πονηρός και άσπλαχνος πιστός-δούλος, υποπίπτει σε διπλό αμάρτημα.

Πρώτον υποδύεται τον Θεό. Κι αυτό γιατί μόνο τα χρέη προς τον ίδιο τον Θεό είναι, εν τοις όροις, αδύνατον να αποπληρωθούν. Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να κατέχει τέτοια δύναμη μέσω του χρέους. Όποιος αρνείται να διαγράψει τις οφειλές που του χρωστούν οι συνάνθρωποί του, τότε διεκδικεί θεϊκή εξουσία. [12]

Κατά δεύτερον ο σκληρός πιστός - δούλος διαπράττει το αμάρτημα της σκληρότητας απέναντι στον συνάνθρωπό του. Παραβιάζει όλες τις επιταγές του Μωσαϊκού Νόμου. Παραβιάζει τον ακόλουθο Χρυσό Κανόνα του Ιησού: 

«Λοιπόν, όσα θέλετε να κάνουν εις σας οι άνθρωποι, παρόμοια και σεις να κάνετε εις αυτούς. Διότι αυτός είναι ο νόμος και οι προφήται» (Κατά Ματθαίον, 7,12)

Ο δεύτερος καβαλάρης ισοπέδωσης της ανισότητας: Η Επανάσταση



Ο ιστορικός Walter Scheidel εντοπίζει τέσσερις παράγοντες που ιστορικά, σ’ όλη την πορεία της ανθρωπότητας, μειώνουν δραστικά την ανισότητα. Τους αποκαλεί οι τέσσερις καβαλάρηδες παραπέμποντας στην Αποκάλυψη του Ιωάννη. Ο δεύτερος, λοιπόν, καβαλάρης είναι η Επανάσταση. [13]

Αυτό μοιάζει αυταπόδεικτο, δεδομένου ότι η ανισότητα δεν είναι τίποτα άλλο από την ολιγαρχία μ’ άλλο όνομα. Η ανισότητα του πλούτου και της πολιτικής ισχύος δεν είναι τίποτα άλλο από την κατάργηση των τριών αρχών της δημοκρατίας, δηλαδή της ισονομίας, της ισηγορίας και της παρρησίας. Συνεπώς δημοκρατία χωρίς επανάσταση δεν εγκαθιδρύεται. Κι αυτό γιατί όσοι έχουν εξουσία δεν πρόκειται να την παραδώσουν αμαχητί (βλ. την επαναστατική εγκαθίδρυση της δημοκρατίας στην αρχαία Αθήνα το 462 π.Χ. με ηγέτη τον Εφιάλτη του Σοφωνίδου).

Αυτό το κομβικό γεγονός το είχε αντιληφθεί ο Ιησούς. Οπότε εργάστηκε κοπιωδώς γυρνώντας όλη την ύπαιθρο της Ιερουσαλήμ, κηρύττοντας και γιατρεύοντας, με στόχο να φτιάξει μια οργάνωση με επαναστατική στόχευση.

Για την οργάνωση, καθ' αυτή, θα μιλήσουμε στο επόμενο κεφάλαιο. Για τους στόχους της οργάνωσης μιλήσαμε στα προηγούμενα. Προς το παρόν ας εστιάσουμε στην θεμελιώδη αυτή κατανόηση του Ιησού περί της αναγκαιότητας η οργάνωση να έχει στόχους επαναστατικής ανατροπής της  κυρίαρχης τάξης της Ιουδαίας, ως αναγκαία συνθήκη για την αντιμετώπιση της ακραίας φτώχειας που ταλαιπωρούσε το λαό.

Και ως γνωστόν η κοινωνική επανάσταση, ειδικά σε συνθήκες τέτοιας ανισότητας, παίρνει νομοτελειακά βίαιο – πολεμικό χαρακτήρα.

Ιδού τι έλεγε ο ίδιος ο Ιησούς:
 Μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην ἐπὶ τὴν γῆν· οὐκ ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην, ἀλλὰ μάχαιραν. (Κατά Ματθαίον. 10,34) 
Και:
«Είπε λοιπόν εις αυτούς· Εκείνος που έχει βαλάντιον, ας το πάρει μαζί του, κι έτσι έκαναν, και εκείνος που δεν έχει ας πωλήση το ένδυμά του δια να αγοράση μάχαιραν...και αυτοί είπαν· Κύριε ιδού έχουμε δύο μάχαιρες. Αυτός είπε σ’ αυτούς: αυτές φθάνουν » (Κατά Λουκάν. 22,36, 22,38)
Οι παραπάνω αποστροφές του Ιησού αποτελούν απάντηση σ’ όσους θέλουν να τον παρουσιάσουν ως ειρηνιστή, ο οποίος έκανε μόνο εσχατολογικά κηρύγματα για την μετά θάνατον ζωή.

Αντιθέτως ο Ιησούς ήταν ένας γνήσιος επαναστάτης. Δεν ήταν κανένας μαχαιροβγάλτης, τύπου Νετσάγιεφ. Κι αυτό πιστοποιείται από το ότι στο εσωτερικό της κοινότητας που έφτιαξε ίσχυαν οι αρχές της κοινοκτημοσύνης και της αγάπης: 
« Σας δίδω μίαν νέαν εντολήν· να αγαπάτε με όλην σας την δύναμιν ο ένας τον άλλον· όπως εγώ σας ηγάπησα με πλήρη και τελείαν αγάπην, έτσι και σεις με την ίδιαν αγάπην πρέπει να συνδέεσθε μεταξύ σας. Με αυτό θα μάθουν και θα πεισθούν όλοι ότι είσθε μαθηταί μου, εάν έχετε αγάπην μεταξύ σας» (Κατά Ιωάννη. 13,34 -13,35). 
Αλλά ταυτόχρονα αναγνώριζε ότι με την αγάπη μόνο δεν πραγματοποιείται κοινωνική αλλαγή, ούτε υποχωρούν οι έχοντες την εξουσία.


Η κοινωνική σύνθεση και οι στόχοι της οργάνωσης για την κατάργηση της φτώχειας και την εγκαθίδρυση της Βασιλείας των Ουρανών



Ο Ιησούς όντας σπάνιο πλάσμα, με κοφτερό μυαλό, αγνή καρδιά και υψηλό το αίσθημα του καθήκοντος και της αξιοπρέπειας, έστρεψε όλες τις δυνάμεις του στην κατεύθυνση που θα εξάλειφε όλα τα προαναφερθέντα προβλήματα που μάστιζαν το λαό της Ιουδαίας.

Για να αντιμετωπίσει, λοιπόν, το κοινωνικό πρόβλημα της εποχής του (ήτοι να δώσει φαγητό στους εξαθλιωμένους με τελικό ορίζοντα την κατάργηση της φτώχειας), έσπευσε να αποκτήσει κύρος και να δημιουργήσει οργάνωση.

Από τα ευαγγέλια συνάγεται το συμπέρασμα ότι ο Ιησούς δημιούργησε οργάνωση, η οποία βασιζόταν στον κοινοτισμό και στελεχωνόταν κυρίως από την φτωχολογιά. Αυτό πιστοποιεί το γεγονός ότι στα ευαγγέλια διαβάζουμε ότι ο Ιησούς είχε αγγελιοφόρους (αγγέλους) που έστελνε στις διάφορες πόλεις για να πληροφορήσουν αλλά και για να πληροφορηθούν. Επιπλέον έδωσε μυστικά ονόματα στους 12  πιο έμπιστούς του, τους μαθητές του, για να μην τους πιάσουν, αποδεικνύοντας ότι η οργάνωση που έστησε ο Ιησούς ήταν μυστική. Επίσης το ότι ο Ιούδας είχε το ταμείο της κοινότητας (Κατά Ιωάννην, 13,29), δείχνει καθαρά ότι δεν είχαμε να κάνουμε με ανοργάνωτο  μπουλούκι οπαδών, αλλά με οργάνωση με σαφή καταμερισμό καθηκόντων η οποία είχε ανάγκη την διαχείριση των εσόδων της  προκειμένου να μπορεί να δράσει και να ταΐσει την φτωχολογιά που αποτελούσε τον κορμό της.  [14]

Έλεγε στους μαθητές του:
«Ιδού εγώ σας στέλνω ωσάν πρόβατα ανάμεσα σε λύκους να είσθε φρόνιμοι σαν τα φίδια και ακέραιοι όπως τα περιστέρια. Να προσέχετε, λοιπόν, και να προφυλάσσεσθε από τους ανθρώπους· διότι αυτοί θα σας παραδώσουν εις τας συνέδρια και εις τας συναγωγάς αυτών και θα σας μαστιγώσουν… και όποιος δεν λαμβάνει τον σταυρόν του και δεν με ακολουθεί δεν είναι άξιός μου. (Κατά Ματθαίον. 10,16 - 10,17, 10,38)   
Τα παραπάνω λόγια του Ιησού δείχνουν ότι είχε απόλυτη επίγνωση των κινδύνων που θα αντιμετώπιζαν τα μέλη της οργάνωσής του. Όταν μιλούσε, δε, για τον σταυρό που πρέπει να λάβει όποιος θα τον ακολουθούσε δεν μιλούσε μεταφορικά. Μιλούσε κυριολεκτικά για το ενδεχόμενο σταύρωσης των μελών της οργάνωσής του. 

Στην εποχή του Ιησού η σταύρωση ήταν μέθοδος παραδειγματικής θανάτωσης που χρησιμοποιούσαν οι Ρωμαίοι για να τιμωρήσουν στασιαστές που παραβίαζαν τον ρωμαϊκό νόμο. Ήταν με άλλα λόγια μέθοδος τιμωρίας πολιτικών αντιπάλων. Εξ ου και η μαζική σταύρωση των επαναστατών της εξέγερσης του Σπάρτακου.

Κάτι που δείχνει με τον πλέον καθαρό τρόπο ότι η οργάνωση και το κίνημα του Ιησού δεν είχε μόνο θρησκευτικό χαρακτήρα. 

Αν ο Ιησούς και η κοινότητά του προέτασσαν μόνο αιτήματα θρησκευτικής αλλαγής που για την θρησκευτική ελίτ της Ιουδαίας (Γραμματείς και Φαρισαίους) θεωρούνταν αιρετικά και βλάσφημα, τότε αυτός και οι οπαδοί του θα καταδικάζονταν σε θάνατο δια λιθοβολισμού. Ούτε αυτός, ούτε οι μαθητές και οι ακόλουθοί του θα παραπέμπονταν στον ρωμαίο επίτροπο - έπαρχο (στον Πόντιο Πιλάτο την εποχή του Ιησού) για να σταυρωθούν.    

Εξάλλου, ο Ιάκωβος ο Δίκαιος, που κατά τον Απόστολο Παύλο υπήρξε στύλος (πυλώνας) της εκκλησίας (Επιστολή προς Γαλάτες , Η αποστολική σύνοδος), στο βιβλίο του γράφει τα εξής για τον αδελφό του, τον Ιησού:
«Ελάτε τώρα πλούσιοι, κλάψτε και ουρλιάξτε για τα δεινά που έρχονται σε σας… εσείς σκοτώσατε τον Δίκαιο [εννοεί τον Ιησού, ΑΞ], ενώ αυτός δεν σας εναντιώθηκε» (James 5:1 & 6).
Ο Ιάκωβος, ως αδελφός του, έζησε εκ του σύνεγγυς την ζωή του Ιησού. Παραπάνω δηλώνει ξεκάθαρα ποιοι είναι οι υπαίτιοι για την δολοφονία του Ιησού. Είναι οι πλούσιοι, οι οικογένειες δηλαδή της θρησκευτικής και αριστοκρατικής ολιγαρχίας της Ιουδαίας μαζί με τους ρωμαίους αξιωματούχους και τους πιστωτές-τοκογλύφους, που απειλούνταν από τα αιτήματα του εξελισσόμενου κινήματος των μαθητών του Ιησού.

Όσον αφορά στο δεύτερο σκέλος της παραπάνω πρότασης του Ιακώβου, δηλαδή το ότι ο Ιησούς δεν εναντιώθηκε στους πλουσίους, με μια πρώτη ανάγνωση, μοιάζει αντιφατικό, αλλά στην πραγματικότητα εξηγείται αν σκεφτούμε το εξής:

Κατ’ αρχάς δεν μπορεί ο Ιησούς να μην εναντιώθηκε στους πλουσίους και στα κεκτημένα συμφέροντά τους. Αλλιώς η δολοφονία αυτού και των οπαδών του, μαζικά με σταύρωση, δεν θα είχαν κανένα νόημα.

Συνεπώς αυτό που κάνει ο Ιάκωβος είναι ένας πολιτικός ελιγμός για να αποφύγει τους διωγμούς από την πανίσχυρη ελίτ που θανάτωσε τον αδελφό του και έπνιξε στο αίμα την προηγούμενη απόπειρα για κατάληψη της εξουσίας. Υποδεικνύει, μεν, τους υπαίτιους για την σταύρωση του Ιησού, μιας και οι μνήμες ήταν ακόμα νωπές στη συνείδηση των μαθητών του Ιησού, αλλά δεν ρισκάρει σε καμία περίπτωση ανοιχτή σύγκρουση αναγνωρίζοντας ότι το κίνημα εξακολουθεί να θέτει ζήτημα διαγραφής των χρεών και κατάργησης της ατομικής ιδιοκτησίας.

Τέτοιου τύπου ελιγμούς έκανε κι ο Ιησούς με τον πιο χαρακτηριστικό να είναι ο παρακάτω:
«Και ανεχώρησεν ο Ιησούς με τους μαθητάς του από την περιοχήν εκείνην, και ήλθε εις τα χωριά της Καισαρείας, την οποίαν είχε μεγαλώσει και εξωραΐσει ο Ηρώδης Φιλιππος. Εις τον δρόμον δε ερωτούσε τους μαθητάς του· “τι λέγουν οι άνθρωποι περί εμού· ποίος, νομίζουν ότι είμαι;” Εκείνοι δε απήντησαν,· “άλλοι σε θεωρούν Ιωάννην τον Βαπτιστήν, άλλοι Ηλίαν, και άλλοι ένα από τους προφήτας”. Και αυτός τους είπε· “σεις δε ποιός λέγετε, ότι είμαι; ” 'Αποκριθεις δε ο Πετρος λέγει εις αυτόν· “συ είσαι ο Χριστός”. Και διέταξε αυτούς με αυστηρότητα, να μη λέγουν εις κανένα, ότι αυτός είναι ο Χριστός.» (Κατά Μάρκον, 8,27 - 8,30)
Τι λέει δηλαδή ο Ιησούς ; Αφού έχει αποτιμήσει την κατάσταση, και έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η κοινότητα των οπαδών και μαθητών του δεν είναι αρκετά μεγάλη ακόμα, αποφεύγει την ανοιχτή σύγκρουση με το θρησκευτικό κατεστημένο της Ιουδαίας. Γι’ αυτό και ζητάει από τους μαθητές του να μην λένε ότι είναι ο Χριστός (δηλαδή ο Μεσίας), κάτι που ήταν ανεπίτρεπτο από τους εβραίους θρησκευτικούς ηγέτες και τιμωρούνταν με λιθοβολισμό.

Ανακεφαλαιώνοντας: Tο συμπέρασμα είναι καθαρό. Ο Ιησούς και οι μαθητές του πάλευαν για κοινωνικά προβλήματα θέτοντας ως κύριο στόχο την κοινωνική επανάσταση, όπως την αντιλαμβάνονταν τότε, δηλαδή την κατάργηση της ακραίας ανισότητας και της φτώχειας με την ισότιμη διανομή του παραγόμενου πλούτου. Γι’ αυτό και αντιμετωπίζονταν από τους Ρωμαίους ως στασιαστές και επαναστάτες. Γι’ αυτό και οι πλούσιοι, όπως λέει ο Ιάκωβος, κατέστειλαν την επανάσταση αυτή πάνω στους σταυρούς του μαρτυρίου. 


 Παραπομπές



[1] Γιάννης Κορδάτος. «Ιησούς Χριστός και Χριστιανισμός». Τόμος Α’. Εκδόσεις Μπουκουμάνη, 1975. Σελ. 295.

[2] Ο Κορδάτος, βασιζόμενος στο ευαγγέλιο του Ιωάννη, διαφωνεί τόσο για την ηλικία του Ιησού, όσο και (κατ’ επέκταση) για το χρονικό διάστημα που διήρκησε η δημόσια δράση του Ιησού. Θεωρεί ότι ο Ιησούς άρχισε την δημόσια (αμιγώς πολιτική) δράση του στην ηλικία των 40 – 45 και αυτή διήρκησε κοντά στα 10 χρόνια. Σελ. 262-263. Βλ. Γιάννης Κορδάτος. «Ιησούς Χριστός και Χριστιανισμός». Τόμος Α’. Εκδόσεις Μπουκουμάνη, 1975. Θεωρώ ότι η θέση του Κορδάτου, παρότι απόλυτα λογική, παραμένει μια υπόθεση χωρίς ισχυρά ιστορικά τεκμήρια που να την στηρίζουν.  Με άλλα λόγια δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι για το πόσο χρονών άρχισε την δράση του και πότε πέθανε ο Ιησούς. 

[3] Ιάκωβος ο αδελφόθεος και Ιάκωβος ο Δίκαιος κατά την χριστιανική εκκλησία. Για περισσότερες πληροφορίες: i) John Painter.“Just James: The Brother of Jesus in History and Tradition”. Εκδόσεις Columbia, SC: University of South Caroline Press, 1997. ii) Pierre-Antoine Bernheim “James, Brother of Jesus”, Εκδόσεις London: SCM Press Ltd, 1996. iii) Robert Eisenman .“James the Brother of Jesus: The Key to Unlocking the Secrets of Early Christianity and the Dead Sea Scrolls”, Viking Press, 1997.

[4] G.E.M. De Ste Croix. «Ο ταξικός αγώνας στον αρχαίο ελληνικό κόσμο. Από την Αρχαϊκή  Εποχή έως την Αραβική Κατάκτηση». Εκδόσεις Κέδρος, 1986. Σελ. 72

[5] G.E.M. De Ste Croix. «Ο ταξικός αγώνας στον αρχαίο ελληνικό κόσμο. Από την Αρχαϊκή  Εποχή έως την Αραβική Κατάκτηση». Εκδόσεις Κέδρος, 1986. Σελ. 532

[6] G.E.M. De Ste Croix. «Ο ταξικός αγώνας στον αρχαίο ελληνικό κόσμο. Από την Αρχαϊκή  Εποχή έως την Αραβική Κατάκτηση». Εκδόσεις Κέδρος, 1986. Σελ. 559 – 584.

[7] Walter Scheidel. «The Great Leveler. Violence and the history of inequality from the stone age to the twenty-first century». Εκδόσεις Princeton University Press, 2017. Σελ. 71.

[8] Walter Scheidel. «The Great Leveler. Violence and the history of inequality from the stone age to the twenty-first century». Εκδόσεις Princeton University Press, 2017. Σελ. 78.

[9]  David Graeber. «Χρέος. Τα πρώτα 5000 χρόνια.». Εκδόσεις Στάσει Εκπίπτοντες, 2013. 

[10] Michael Hudson. «The Lost Tradition Of Biblical Debt Cancellations», 1993. Ο Hudson στην εργασία του αυτή παραθέτει όλες τις γνωστές κρίσεις και διαγραφές χρέους από το 2400 π.Χ στην Μεσοποταμία μέχρι και την κλασσική αρχαιότητα στις ελληνικές πόλεις-κράτη και στην Ρώμη. Οι Καρλ Κάουτσκυ. «Η καταγωγή του Χριστιανισμού». Εκδόσεις Αναγνωστίδης, χχ. Σελ. 112-117 και Γιάννης Κορδάτος. «Ιησούς Χριστός και Χριστιανισμός». Τόμος Α’. Εκδόσεις Μπουκουμάνη, 1975. Σελ. 288, αναφέρονται αδρομερώς στην τοκογλυφία (η οποία ταυτίζεται με το τοκοφόρο κεφάλαιο). 

[11] David Graeber. «Χρέος. Τα πρώτα 5000 χρόνια.». Εκδόσεις Στάσει Εκπίπτοντες, 2013. Σελ. 556

[12] Clive Beed, Cara Beed «Jesus on Lending, Debt, and Interest», Journal of Biblical Integration in  Business, Volume 17, #1

[13]  Walter Scheidel. «The Great Leveler. Violence and the history of inequality from the stone age to the twenty-first century». Εκδόσεις Princeton University Press, 2017. Σελ. 5-9, 213-254.

[14] Γιάννης Κορδάτος. «Ιησούς Χριστός και Χριστιανισμός». Τόμος Α’. Εκδόσεις Μπουκουμάνη, 1975. Σελ. 270-284.




Tuesday, 27 February 2018

«η Δημοκρατία δεν έχει ανάγκη από επιστήμονες»...


 «η Δημοκρατία δεν έχει ανάγκη από επιστήμονες»

Αυτά ήταν τα λόγια του δικαστή που καταδίκασε σε θάνατο τον πατέρα της σύγχρονης χημείας, Antoine Laurent Lavoisier . Η δίκη του ήταν σύντομη και πραγματοποιήθηκε εν μέσω της Γαλλικής Επανάστασης.  Ο Lavoisier  εκτελέστηκε (καρατομήθηκε) στη λαιμητόμο στις 8 Μαΐου 1794.


140 χρόνια αργότερα, το 1934, στην Σοβιετική Ένωση η κατάσταση στα πανεπιστήμια περιγράφεται από τον Ιλία Μπορίσοβιτς Ζμπάρσκι ως εξής:

“«Η πατρίδα δεν χρειάζεται χημικούς» μου απάντησαν ορθά κοφτά… Προς μεγάλη μου απογοήτευση πληροφορήθηκα πως ούτε το τμήμα βιολογίας υπήρχε και πώς είχαν απομείνει μόνο η ζωολογία και η βοτανική. Ακόμη και τότε, όμως, έμεινα εμβρόνητος μαθαίνοντας πως η βιολογία, η φυσιολογία και η ζωολογία είχαν διαγραφεί από τα μαθήματα, διότι κάποιοι έκριναν πως δεν ήταν χρήσιμα για το χτίσιμο του σοσιαλιστικού κράτους… Όμως σχεδόν τα μισά μαθήματα είχαν αντικατασταθεί από πολιτικά μαθήματα όπως η Ιστορία του Κόμματος, πολιτική οικονομία, τα οικονομικά του σοσιαλισμού, ιστορικός υλισμός, διαλεκτικός υλισμός και διαλεκτική της φύσης. ” (σελ. 78-80, «Οι ταριχευτές του Λένιν», εκδόσεις σοφίτα, 2016).

Νοέμβριος 1978: Διεξάγεται ομιλία-αντιπαράθεση απόψεων μεταξύ του Edward Wilson και του Stephen Jay Gould. Ο  Edward Wilson δέχεται επίθεση με νερό, προπηλακίζεται και χαρακτηρίζεται ρατσιστής, μισογύνης και συμπαθητικός στην ευγονική από την ομάδα International Committee Against Racism, που άνηκε στο Marxist Progressive Labor Party

Κι όλα αυτά γιατί τόλμησε να γράψει το βιβλίο «Κοινωνιοβιολογία» (στα ελληνικά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Σύναλμα, 2000), στο οποίο τοποθετήσε τον άνθρωπο στο ζωικό βασίλειο, και μελετώντας το τελευταίο (ήτοι τα χιλιάδες κοινωνικά συστήματα των διαφόρων ειδών ζώων) εξήγαγε κάποια θεωρητικά μοτίβα για την ανθρώπινη συμπεριφορά. Στο βιβλίο του «Η ανθρώπινη φύση» (εκδόσεις Σύναλμα, 1998) που είναι η συνέχεια του τελευταίου κεφαλαίου του βιβλίου «Κοινωνιοβιολογία» ομνύει στην ανθρώπινη πολυπλοκότητα, υπερασπίζεται από γονιδιακή σκοπιά την «διαφορετικότητα» και μέσα από τα συχνά - σκοπίμως - προκλητικά επιχειρήματά του τάσσεται υπέρ ενός επιστημονικού υλισμού, που θα γεφυρώσει τις θετικές με τις ανθρωπιστικές επιστήμες και τελικά θα αναπτύξει τις ανθρώπινες κοινωνίες. 

Όσο κι αν διαφωνείς με ορισμένες πτυχές του έργου του Wilson, απαντάς σ’ αυτό με συγκεκριμένα και ενδελεχώς επεξεργασμένα επιχειρήματα (βλ. για παράδειγμα Marshal Sahlins: «Χρήσεις και καταχρήσεις της βιολογίας. Μια ανθρωπολογική κριτική στην Κοινωνιοβιολογία», εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 1997 και «Η δυτική ψευδαίσθηση της ανθρώπινης φύσης», Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2010) κι όχι με προπηλακισμούς που αρμόζουν σε φασίστες και εγκληματίες.
  
Ελλάδα, Φεβρουάριος 2018: Σε σχόλιο μέλους του ΣΕΚ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αναφέρθηκε το εξής σχετικά με την συνέντευξη του Jacques Balthazart στο LiFO
“ Δεν χρειάζεται να γνωρίζεις απολύτως τίποτα για τη γενετική, τη βιολογία και την αλληλεπίδρασή τους με το περιβάλλον και την κοινωνία, ωστε να φτάσεις στο συμπέρασμα ότι ο τύπος που έγραψε την παρακάτω φράση έχει γράψει ένα βιβλίο που είναι αυτο: σκουπίδι. "Αν σε ελεγχόμενες πειραματικές συνθήκες βάλουμε μόνα τους σε ένα δωμάτιο παιχνιδιών κορίτσια και αγόρια, κατά κανόνα τα δεύτερα επιλέγουν αυθόρμητα αυτοκινητάκια και τρενάκια, ενώ τα πρώτα κούκλες και λούτρινα ζωάκια. Δεν είναι θέμα προτύπων. Π.χ. τα κορίτσια που επιλέγουν «αγορίστικα» παιχνίδια έχουν συνήθως CAH". ”

Στο συγκεκριμένο μέλος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ διέφυγε το εξής: Σε κανένα σημείο του βιβλίου του (“Η βιολογία της ομοφυλοφιλίας ” Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης) ή της εν λόγω συνέντευξης, ο Balthazart δεν αντιμετωπίζει την ομοφυλοφιλία ως ελάττωμα. Αντιθέτως στο βιβλίο του αναφέρει ότι οι ομοφυλόφιλοι δεν είναι ανώμαλοι, ούτε επικίνδυνοι. Η ομοφυλοφιλία είναι μια τυχαία παραλλαγή (κι όχι απόκλιση) της βιολογικής ταυτότητας. Όπως λέει κι ο ίδιος:
"Σε όλους τους ανθρώπους πρέπει να πούμε ότι η διαφορά αυτή [η ομοφυλοφιλία] είναι ουσιαστικά ίδια με τις διαφορές που έχουν οι άνθρωποι ως προς το ανάστημα, το χρώμα των ματιών ή των μαλλιών" (σελ. 331, “Η βιολογία της ομοφυλοφιλίας” Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2016)
Συνεπώς η κοινωνία πρέπει να αντιμετωπίζει ισότιμα και χωρίς προκαταλήψεις τους ομοφυλόφιλους και οι τελευταίοι οφείλουν να μην παρασυρθούν ποτέ στο να έχουν τύψεις για την ταυτότητα τους (σελ. 331-332, “Η βιολογία της ομοφυλοφιλίας” Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2016). 

Καταπιάνεται με την ταυτότητα αυτή, δε, για να απαντήσει σε δικά του ερωτήματα όπως οφείλει να κάνει κάθε ερευνητής. Επιπλέον στην συνέντευξη στο LiFΟ (και στο βιβλίο του) ο Balthazart λέει κάτι πολύ σημαντικό: « τα..ολοκληρωτικά [καθεστώτα] δεν χρειάζονται επιστημονικές αποδείξεις προκειμένου να στοχοποιήσουν μια κοινωνική ομάδα, έχουν πολλές άλλες αφορμές για να το κάνουν.».

Ακόμα και να ήθελε όμως κάποιος διαταραγμένος να κάνει πειράματα ευγονικής, κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό, καθότι δεν μιλάμε για κάποιο γονίδιο ομοφυλοφιλίας, αλλά για ένα (σε μεγάλο βαθμό άγνωστο) σετ γονιδίων που υφίσταται πολλές τυχαίες επιγενετικές τροποποιήσεις. Σ’ αυτή την πολυπλοκότητα δεν γίνονται ελεγχόμενα πειράματα αδρανοποίησης κάποιου γονιδίου (gene knock out). Όπως λέει κι ο ίδιος ο συγγραφέας:

"Σκοπός μου είναι σαφώς να κατανοήσουμε τις βάσεις της ατομικής διακύμανσης στην ανθρώπινη συμπεριφορά. Δεν υπάρχει καμία απολύτως πρόθεση θεραπείας ή προσπάθειας να αλλάξει ο προσανατολισμός. Άλλωστε, αυτό αποδεικνύεται ότι δεν είναι εφικτό, εφόσον ο προσανατολισμός αυτός καθορίζεται από προ- ή περιγεννητικούς παράγοντες. Η πραγματική χρησιμότητα τούτης της πληροφορίας είναι να πείσει τους ανθρώπους ότι κάθε προσπάθεια «θεραπείας» είναι μάταιη, κατά συνέπεια οφείλουν να εγκαταλείψουν τις αποτρόπαιες πρακτικές που εφαρμόστηκαν στο παρελθόν προκειμένου να αλλάξει ο σεξουαλικός προσανατολισμός." (σελ. xviii, Πρόλογος ελληνικής έκδοσης, “Η βιολογία της ομοφυλοφιλίας ” Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2016)

Σε τελευταία ανάλυση ο Balthazart δεν πρόσβαλλε με οποιοδήποτε τρόπο τους ομοφυλόφιλους, άρα και ο χαρακτηρισμός σκουπίδι δεν του ταιριάζει.

Εκτός κι αν ο συγκεκριμένος χαρακτηρισμός απορρέει από την επιστημονική ανεπάρκεια του Balthazart. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν τεκμαίρεται και δεν προκύπτει - ειδικά- από τα κεφάλαια 7 έως 10 του βιβλίου, στα οποία ο Balthazart εξετάζει όλες τις υποθέσεις της έκφρασης της ομοφυλοφιλίας  (γονιδιακή, ορμονική, σταδιακής μητρικής ανοσοποίησης) διεξοδικά. Αλίμονο αν ο Balthazart στήριζε όλη του την επιχειρηματολογία στα παιχνίδια με τα οποία παίζουν τα παιδιά... Η υπόθεση ότι ο ο Balthazart χρησιμοποιεί την συγκεκριμένη παρατήρηση ως βάση κάποιας επιστημονικής απόφανσης είναι τελείως ανυπόστατη. 

Αλλά και λογικά να το πάρουμε: Ο Balthazart δεν λέει ότι τα αγοράκια πρέπει να παίζουν με τρένα και αυτοκινητάκια, ούτε ότι τα κορίτσια πρέπει να παίζουν με κούκλες και λούτρινα. Δεν λέει καν ότι όλα τα αγόρια και όλα τα κορίτσια παίζουν μ’ αυτά τα παιχνίδια. 
Προφανώς, λοιπόν, το μέλος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν έκανε καν τον κόπο να διαβάσει το βιβλίο του Jacques Balthazart. Είδε βιολογία και ομοφυλοφιλία μαζί στον τίτλο και είπε «ώπα εδώ έχουμε να κάνουμε με ευγονική», οπότε νασου και οι χαρακτηρισμοί σκουπίδι, όπως και οι γενικεύσεις ότι είναι αχρείαστες οι γνώσεις βιολογίας για θέματα που αφορούν στον άνθρωπο.

Το νήμα που διατρέχει όλα τα παραπάνω περιστατικά είναι νομίζω προφανές: ο δογματισμός (και η ημιμάθεια που συχνά τον συνοδεύει). Ο οποίος δογματισμός, όταν μολύνει ανθρώπους με εξουσία, (βλ. το παραπάνω γεγονός στην Σοβιετική Ένωση) παράγει τερατουργήματα. 

Η λύση είναι απλή, αλλά και συνάμα τόσο δύσκολη: Να μάθουμε να εκτιμούμε την διαφορετική άποψη ψύχραιμα και (όσο το δυνατόν) πιο έντιμα. Να εξοικειωθούμε με το γεγονός ότι κάποιοι σκέφτονται πολύ διαφορετικά από εμάς, ξεκινώντας από άλλη αφετηρία και χρησιμοποιώντας διαφορετική ορολογία (στην προκειμένη περίπτωση ο βιολόγος Jacques Balthazart έφερε σε αμηχανία σε σημείο έκρηξης τον δικηγόρο, μέλος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, που νοιώθει άνετα με την μαρξική ορολογία).

Είναι πρόδηλο ότι αν δεν κατακτήσουμε αυτή την ικανότητα, τότε κάθε προσπάθεια για μετωπική συμπόρευση στο πεδίο της πολιτικής καθώς και κάθε προσπάθεια για διεπιστημονική συνεργασία στο πεδίο της έρευνας είναι καταδικασμένες.


Thursday, 28 December 2017

Τα 5 καλύτερα βιβλία που διάβασα το 2017

Νομίζω ότι ένας από τους πιο ωραίους τρόπους να αποχαιρετήσεις το έτος (και να αξιοποιήσεις το θλιβερό κατά τα άλλα fb) είναι να μοιραστείς με τους διαδικτυακούς γνωστούς και φίλους τα πέντε καλύτερα βιβλία που διάβασες το 2017. Κατ’ αρχάς ένα τέτοιο «post» θεωρώ ότι δεν έχει ίχνος ιδιοτέλειας και ναρκισσισμού του τύπου «κοίτα πόσο ωραία περνάω με την γκόμενα ή τον γκόμενο μου στο τάδε ή το δείνα μέρος».

Επιπλέον δεν έχω σταματήσει να πιστεύω ότι το βιβλίο σου δίνει τη δυνατότητα να «συνομιλήσεις» και να εξοικειωθείς με τη σκέψη ενός συγγραφέα. Η ανάγνωση ενός βιβλίου λειτουργεί ψυχοθεραπευτικά, δίνει ελπίδα και κουράγιο. Είναι μια πνοή καθαρού αέρα μέσα στις αναθυμιάσεις της μαζικής βοθροκουλτούρας, είναι μια αχτίδα φωτός μέσα στο σκοτάδι της καθημερινότητας. Διαβάζοντας ένα βιβλίο νιώθω ότι κάποιοι στοχάζονται ακόμα, πολλές φορές κόντρα στο ρεύμα, για να δώσουν στους αναγνώστες το φως της γνώσης. Της γνώσης που αποτελεί αναγκαία, αλλά από μόνη της όχι ικανή, συνθήκη για να βελτιώσουμε τη ζωή μας σε κάθε επίπεδο. Κοντολογίς η ανάγνωση ενός βιβλίου, ειδικά στην σύγχρονη εποχή της γενικευμένης τρικυμίας εν κρανίω, του τέλους της ιστορίας μαζί με τα οράματα και τις ελπίδες για έναν καλύτερο κόσμο, αποτελεί επαναστατική πράξη.

Για να μην μακρηγορώ άλλο, παρακάτω παραθέτω τα 5 βιβλία με τυχαία σειρά και όχι προτίμησης. Υπάρχει κι ένας σύντομος σχολιασμός κάτω από το κάθε βιβλίο που εξηγεί μεταξύ άλλων γιατί το συγκεκριμένο βιβλίο συμπεριλήφθηκε στη λίστα.

1. «Η κατάργηση των μετρητών και οι συνέπειες της. Οδεύοντας προς τον ολοκληρωτικό έλεγχο.» του Norbert Haring. Εκδόσεις Λιβάνη, 2016.

Το πλέον επίκαιρο βιβλίο για την Ελλάδα των μνημονίων και των Capital Controls. Στις σελίδες του ο αναγνώστης, μεταξύ πολλών άλλων, θα βρει πολύτιμες πληροφορίες γραμμένες με κατανοητό τρόπο για τον τρόπο λειτουργίας (και την φύση του χρηματοπιστωτικού συστήματος), για το πώς δημιουργείται το χρήμα στις σύγχρονες οικονομίες, λύσεις για το πώς θα μπορούσε να μεταρρυθμιστεί το νομισματικό μας σύστημα ώστε να ευνοεί τους λαούς κι όχι το 1% των ζάμπλουτων ολιγαρχών του χρήματος, καθώς και τους λόγους που οι τράπεζες πολεμούν τα μετρητά προωθώντας το λογιστικό χρήμα στην θέση του. Αν ακόμα πιστεύετε το παραμυθάκι της «Ποσοτικής Χαλάρωσης» (QE) και δη της ανάγκης η Ελλάδα να συμμετάσχει σ’ αυτό – κυριολεκτικά- πάση θυσία, διαβάστε αυτό το βιβλίο για να απομαγευτείτε από την προπαγάνδα των ΜΜΕ.


      2. «Ουτοπία για ρεαλιστές. Πως μπορούμε να χτίσουμε τον ιδανικό κόσμο.» του Rutger Bregman. Εκδόσεις Ψυχογιός, 2017.


Best seller διεθνώς, μεταφρασμένο σε 17 γλώσσες κι ίσως ένα από τα λιγοστά βιβλία που αξίζουν ενώ κανείς μπορεί να το βρει στα βιβλιοπωλεία των αεροδρομίων. Εξαιρετική πρόζα, ανεπανάληπτη ικανότητα του συγγραφέα να κάνει κατανοητό και ενδιαφέρον ακόμα και το πιο σύνθετο θέμα, πλούσιο σε ιδέες που μπορούν και πρέπει να αποτελέσουν μέρος του πολέμου θέσεων που οφείλει να διεξάγει το σύγχρονο κίνημα επαναστατικής αλλαγής.

Ιδιαίτερη εντύπωση μου έκανε το σημείο όπου ο συγγραφέας επικαλείται νεότερες ιστορικές έρευνες που δικαιώνουν το Σύστημα Σπίνχαμλαντ. Το Σύστημα Σπίνχαμλαντ  υπήρξε ένα κυβερνητικό μέτρο στην Αγγλία για την ανακούφιση των πάμφτωχων ώστε να ανακοπεί το κύμα της δυσαρέσκειας και να αποτραπεί έτσι η επικείμενη εξέγερση. Το σύστημα αυτό προέβλεπε την αύξηση του εισοδήματος των φτωχών και εργατικών ανδρών μέχρι το ύψος που χρειάζονταν για την επιβίωσή τους με βάση την τιμή του ψωμιού.

Πολλοί έχουν καταδικάσει το Σύστημα Σπίνχαμλαντ, από τον Μάλθους και τον Τοκβίλ, έως τον Μάρξ και τον Χάγιεκ.  Κυρίως, όμως, στο απαράμιλλο έργο «Ο Μεγάλος Μετασχηματισμός», ο Karl Polanyi αποδομεί εντελώς το Σύστημα Σπίνχαμλαντ . Πολλοί από τότε έχουν χρησιμοποιήσει το έργο του Polanyi για να απαξιώσουν την θέση για ένα ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα και να προωθήσουν την άποψη περί της αποτελεσματικότητας της αυτορυθμιζόμενης αγοράς (το οποίο σημαίνει ότι κάθε κυβερνητική παρέμβαση θα κάνει τα πράγματα χειρότερα). Ο Bregman εκμεταλλευόμενος πιο σύγχρονες ιστορικές έρευνες, επισημαίνει ότι το Σύστημα Σπίνχαμλαντ, δηλαδή η πολιτική ενός εγγυημένου ελάχιστου εισοδήματος, είχε στεφθεί με επιτυχία, παρά τα όσα του καταλογίζουν οι επικριτές του. Δεν προκάλεσε πληθυσμιακή έκρηξη, όπως φοβόταν ο Μάλθους, ούτε έκανε οκνηρούς τους εργάτες, όπως φοβόταν ο Ρικάρντο. Οι θέσεις εργασίας χάθηκαν λόγω των μηχανών που μπήκαν στην παραγωγή, η - ήδη άθλια- κατάσταση των εργαζομένων και των πολιτών χειροτέρεψε λόγω του κανόνα του Χρυσού που εισηγήθηκε κυρίως ο Ρικάρντο, το Σύστημα Σπινχαμλάντ ουσιαστικά υιοθετήθηκε σε πολλή περιορισμένη κλίμακα, και τελικά τίποτα δεν μπορούσε να ανακόψει την εξέγερση του 1830 (ίσως μάλιστα το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα να την καθυστέρησε) (σελ.97-104).

Ο Bregman δεν μένει μόνο στο εγγυημένο σ’ όλους βασικό εισόδημα. Ο αναγνώστης θα δει να παρελαύνουν στις σελίδες του βιβλίου διάφορες ιδέες, όπως το μέλλον μας σ’ έναν αυτοματοποιημένο κόσμο, η εργάσιμη εβδομάδα των 15 ωρών, βιτριολικές κριτικές αναφορικά με το ότι το σύστημα των αγορών αμείβει περισσότερο τα άχρηστα επαγγέλματα ενώ απαξιώνει τα πραγματικά χρήσιμα, και πολλά ακόμα, που στον σύγχρονο άνθρωπο ακούγονται «ουτοπικά» (με την έννοια του ανέφικτου). Ο Bregman καθιστά τις παραπάνω ιδέες με αριστοτεχνικό τρόπο απόλυτα «ρεαλιστικές» και μάλιστα αναγκαίες. Ανταποκρίνεται, συνεπώς, επάξια στο στοίχημα του τίτλου του βιβλίου («Ουτοπία για ρεαλιστές»), κάνοντας «ρεαλιστική» την «ουτοπία».

3. «Πρωτεύοντα και φιλόσοφοι. Πώς εξελίχθηκε η ηθική» του Frans De Waal. Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2015.

Στο βιβλίο αυτό, ο αναγνώστης αρχικά θα βρει ένα κείμενο του διεθνώς καταξιωμένου πρωτευοντολόγου-βιολόγου De Waal. Έπειτα υπάρχουν τα άρθρα των Ράιτ (δημοσιογράφου και συγγραφέα), Κόσγκαρντ (καθηγήτριας φιλοσοφίας), Κίτσερ (καθηγητή φιλοσοφίας) και Σίνγκερ (καθηγητή φιλοσοφίας-βιοηθικής) που σχολιάζουν τις θέσεις του De Waal, καθώς και ένα απαντητικό κείμενο του De Waal αναφορικά με τα παραπάνω σχόλια. Ίσως το βιβλίο να μην είναι το πιο εύκολο, παρότι ο De Waal προσπαθεί να απλοποιήσει όσο μπορεί το θέμα, αλλά παρ’ όλα αυτά μπαίνει επάξια στην 5αδα των καλύτερων βιβλίων που διάβασα φέτος κυρίως λόγω του ότι ο συγγραφέας καταπιάνεται μ’ ένα θέμα το οποίο, κατά τη γνώμη μου, έχει κορυφαία σημασία: Την ανθρώπινη φύση. 

Έχω πραγματικά κουραστεί να ακούω και να διαβάζω όλη τη σχετική φιλολογία περί εκ φύσεως αμιγώς εγωιστικού και ανήθικου ανθρώπου. Αυτή η μονοδιάστατη θεώρηση του ανθρώπου διαπνέει πλέον τα πάντα. Από τα εγχειρίδια μικρο-οικονομικής, στα οποία ο άνθρωπος είναι ένας Homo economicus, με μοναδικό ορίζοντα την μεγιστοποίηση της ωφέλειας (ή χρησιμότητας) του, μέχρι τις καθημερινές συζητήσεις. Όλα καταλήγουν στο ότι ο άνθρωπος είναι λύκος για τον άλλο άνθρωπο (Homo homini lupus). Η σύγχρονη ακραία ατομικιστική κοινωνία είναι παγιδευμένη σε μια αυτο-εκπληρούμενη προφητεία. Όλοι πιστεύουν ότι όλοι οι υπόλοιποι κοιτάνε μόνο το τομάρι τους, είναι ανίκανοι να κάνουν φιλίες, θα τους προδώσουν, θα τους μαχαιρώσουν πισώπλατα, θα τους εκμεταλλευτούν κοκ, συνεπώς προσαρμόζουν την δική τους στάση ζωής ώστε να αμυνθούν απέναντι στην «επικείμενη προδοσία» των άλλων. Ποια είναι αυτή η στάση ζωής ; Μα ακριβώς αυτή που περιμένουν από τους συνανθρώπους τους: Ένας μακιαβελικός μηχανοραφικός, αμοραλιστικός τρόπος σκέψης και δράσης, του τύπου ο «σώσων εαυτόν σωθήτω» και «μετά από μένα το χάος». 

Ο De Waal αναμετριέται με την παραπάνω οπτική του εκ φύσεως ανήθικου ανθρώπου, προσπαθώντας να αποδομήσει την δημοφιλή μεταξύ των βιολόγων «Θεωρία του Επιχρίσματος», η οποία έλκει την καταγωγή της από τον Thomas Henry Huxley. Η θεωρία αυτή συνοψίζεται στην φράση του Ghiselin
«Ξύστε έναν “αλτρουιστή” και δείτε έναν “υποκριτή” να ματώνει». 
Η ηθική δεν είναι παρά ένας λεπτός υμένας που καλύπτει την εγωιστική, αμοραλιστική και κατ’ ουσίαν «κακή» ανθρώπινη φύση. Ο άνθρωπος, πάντα βάσει της Θεωρίας του Επιχρίσματος, είναι δυνάμει και όχι φύσει ηθικός. Όπως το έθεσε ο γνωστός βιολόγος R. Dawkins:  
«Εχουμε τη δύναμη να μην υποκύπτουμε στα εγωιστικά γονίδια που κληρονομήσαμε και αν χρειαστεί, στα εγωιστικά μιμίδια που μας προίκισε η αγωγή. Μπορούμε ακόμη να συζητήσουμε για να βρούμε τους τρόπους για τη σκόπιμη καλλιέργεια και ανάπτυξη καθαρού, ανιδιοτελούς αλτρουισμού – ενός πράγματος που δεν υπάρχει στη φύση, μιας ιδιότητας που ουδέποτε φανερώθηκε σε όλη την ιστορία του κόσμου. Έχουμε δομηθεί ως γονιδιακές μηχανές και έχουμε εκπαιδευτεί ως μιμιδικές μηχανές, έχουμε όμως τη δύναμη να στραφούμε εναντίον των δημιουργών μας. Εμείς, μόνοι πάνω στη Γη, μπορούμε να επαναστατήσουμε κατά της τυραννίας των εγωιστικών αντιγραφέων.»  (ακροτελεύτια παράγραφος στο «Το εγωιστικό γονίδιο»).

Ο De Waal, εκκινώντας από τον χώρο ειδίκευσής του, την μελέτη των πρωτευόντων, προσφέρει αρκετό εμπειρικό υλικό προκειμένου να δείξει ότι η ηθικότητα είναι βαθιά ριζωμένη στην ανθρώπινη φύση, καθότι προέκυψε φυσικά μέσω της εξέλιξης. Οι πιο κοντινοί μας συγγενείς, οι χιμπαντζήδες και οι μπονόμπο, καθώς και οι υπόλοιποι πίθηκοι, οι ουρακοτάγκοι και οι γορίλες, διαθέτουν την ικανότητα της ενσυναίσθησης. Οι μαϊμούδες επίσης (ο De Waal έχει ασχοληθεί κυρίως με τους καπουτσίνους), χωρίς να φθάνουν τα επίπεδα και την ικανότητα ενσυναίσθησης των προαναφερθέντων πιθήκων, πιθανόν λόγω απουσίας της ικανότητας «κατοπτρικής αυτοαναγνώρισης». 

Συνεπώς τα εμπειρικά δεδομένα μάλλον δείχνουν ότι η ηθική προέκυψε ως συνδυασμός της ικανότητας για «κατοπτρική αυτοαναγνώριση», δηλαδή της ικανότητας να διακρίνουμε τον εαυτό μας από τους άλλους, και των αναγκών μιας ομάδας-κοινότητας (επίλυση συγκρούσεων, μοιρασιά, συνεργασία, επιβράβευση των συμπεριφορών που στηρίζουν την κοινότητα και την συνοχή, κοκ) (σελ. 83, 103-107). Ο De Waal, προς τιμήν του, δεν χαϊδεύει αυτιά, ούτε εξωραΐζει την εικόνα του ανθρώπου όπως κάνουν διάφοροι για να δικαιολογήσουν την ιδεολογία τους. Η ηθικότητα, γράφει ο De Waal, ως φαινόμενο της «εσώ-ομάδας» έχει εξελικτικές συγγένειες με τον πόλεμο (σελ. 106). Και όπως γράφει σε άλλο του βιβλίο: «Η βιαιότητα των πολέμων μας υπερβαίνει ανησυχητικά τη “ζωώδη” βία του χιμπατζή». Παράλληλα, όμως, όταν οι ανθρώπινες σχέσεις είναι θετικές ξεπερνούν αυτές των μπονόμπο (των πιο ειρηνικών πιθήκων) («Ο Πίθηκος μέσα μας. Τα καλύτερα και τα χειρότερα της ανθρώπινης φύσης» Εκδόσεις Αιώρα, 2007, σελίδα 207).  

4. «Ο ελεύθερος χρόνος μέτρο του πλούτου. Αντί να χάνουμε τη ζωή κερδίζοντάς την» του Γιώργου Ρούση. Εκδόσεις Γκοβόστη, 2017.

Ίσως για κάποιον που έχει διαβάσει όλα τα έργα του Ρούση το συγκεκριμένο βιβλίο να μην προσθέτει κάτι στην συλλογιστική του συγγραφέα. Εξάλλου όπως γράφει κι ο ίδιος, στον πρόλογο, αυτό το βιβλίο είναι μια προσπάθεια να ειπωθεί κάτι που να μην απευθύνεται αποκλειστικά στην «αριστερή διανοουμενίστικη φάρα [του συγγραφέα]» αλλά σ’ ένα «ευρύτερο κοινό» (σελ.16). Συνεπώς καταπιάνεται με κάτι συγκεκριμένο: «Mε την δραστική μείωση του εργάσιμου χρόνου, δίχως μείωση των απολαβών και των κοινωνικών παροχών και δίχως αύξηση της εντατικοποίησης της εργασίας» (σελ.153), γράφοντας απλά (αλλά όχι απλοϊκά), ώστε το θέμα να γίνει κατανοητό και προσιτό ειδικά στους «μη μυημένους» στις κατηγορίες και στην ορολογία της μαρξιστικής θεωρίας.

Το βιβλίο είναι πλούσιο σε ιδέες. Πιο συγκεκριμένα, στο βιβλίο του Ρούση ο αναγνώστης θα βρει συγκεντρωμένες όλες τις απόψεις στοχαστών από τον Αριστοτέλη, τον Πλάτωνα, τον Ξενοφώντα, έως τον Giordano Bruno , τον Lafargue, τον Μαρξ και σύγχρονους μας, όπως ο Daniel Bensaid, αναφορικά με τον ελεύθερο χρόνο ως την πηγή της ευδαιμονίας και ως την αναγκαία προϋπόθεση για την ατομική και κοινωνική χειραφέτηση, καθώς και την θεώρηση του μισθωτού-εξαρτημένου εργάτη, ο οποίος αντιμετωπίζεται στο πλαίσιο του καπιταλισμού ως μηχανή ή/και ως εξάρτημα.

Επιπλέον ο Ρούσης συνδέει θεωρητικά (μόνο χωρίς εμπειρική θεμελίωση) την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους με την εντατικοποίηση της εργασίας, ώστε να αποσπαστεί ακόμα μεγαλύτερη υπεραξία και κατ’ επέκταση κέρδη για να αντισταθμιστεί η προαναφερθείσα πτώση στο μέσο γενικό ποσοστό κέρδους.

Στέκεται επίσης στον αναγκαστικά διεθνικό χαρακτήρα που πρέπει να πάρει η δραστική μείωση των ωρών εργασίας, προτάσσοντας παράλληλα την ανάγκη για την άρση των διαφορών μεταξύ των εργαζομένων, αλλά και μεταξύ των εργαζομένων και των ανέργων, στο πλαίσιο μιας κοινής δράσης σε εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο ώστε να κατακτηθεί το παραπάνω (σελ.173).

Ενδιαφέρον έχει και η παρατήρηση του Ρούση ότι εντός του καπιταλιστικού πλαισίου είναι αδύνατη η πλήρης-γενικευμένη αυτοματοποίηση-ρομποτοποίηση της παραγωγής, διότι αυτό υπονομεύει την παραγωγή αξίας από την ζωντανή εργασία (τους ανθρώπους εργαζομένους), η οποία και αποτελεί τον τροφοδότη του καπιταλισμού (σελ.124). Από την θέση αυτή του Ρούση, και έχοντας πάντα ως δεδομένο ότι οι νόμοι κίνησης του συστήματος επιβάλουν την επέκταση της αυτοματοποίησης, προκύπτει λογικά το ακόλουθο συμπέρασμα: Η ανθρωπότητα βρίσκεται σ’ ένα σημείο διακλάδωσης, σ’ ένα σταυροδρόμι. Είτε θα δημιουργήσει ένα σύστημα όπου τα ρομπότ θα επιτελούν όλη την εργασία και εμείς θα ζούμε σ’ έναν κόσμο της αφθονίας, απαλλαγμένοι από την «καταναγκαστική εργασία», έχοντας άφθονο χρόνο για «ελεύθερη δραστηριότητα», είτε ο καπιταλισμός θα σαπίσει και θα δώσει την θέση του σ’ ένα νεο-φεουδαρχικό σύστημα, με τις άρχουσες τάξεις να λειτουργούν ως κληρονομικές κάστες ευγενών, περιφραγμένων σε ιδιωτικούς παραδείσους, και το 99% του πληθυσμού να ζει ως όχλος, σε κατεστραμμένα περιβάλλοντα απέραντων φαβελών. Υπάρχει βέβαια και η προοπτική του πολέμου, ως το πατροπαράδοτο «reboot» του καπιταλισμού, με απρόβλεπτες βέβαια από τη φύση του συνέπειες.

Τέλος έχει ιδιαίτερη σημασία η κριτική που ασκεί ο Ρούσης στη λογική ενός ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος, την οποία και χαρακτηρίζει ως «πιο συντηρητική από τον κλασικό ρεφορμισμό», καθώς συνάδει «μάλλον με επιχορήγηση του κεφαλαίου, παρά με απελευθέρωση από αυτό και από την εργασία» και τελικά διαμορφώνει «μια προς τα κάτω ισοπέδωση και τελικά, μια γενικευμένη φτωχοποίηση των εργαζομένων» (σελ. 168-169). Συνομιλεί έτσι με τον Bregman (χωρίς να τον αναφέρει), το βιβλίο του οποίου πρότεινα παραπάνω, στο οποίο και επιχειρηματολογεί υπέρ του προτάγματος ενός ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος. Προσωπικά εκτιμώ ότι πολιτικές, όπως αυτές του εγγυημένου ελάχιστου εισοδήματος, έρχονται σε ευθεία αντίθεση με τα θεμέλια του καπιταλισμού, ειδικά στην σύγχρονη εποχή της γενικευμένης λιτότητας. Αν ο καθένας μας ξεκινούσε, ανεξάρτητα αν δουλεύει ή όχι από ένα εισόδημα τέτοιο που εξασφαλίζει την επιβίωση, τότε στην αγορά εργασίας ο εργαζόμενος αποκτά διαπραγματευτική δύναμη για ένα υψηλότερο μισθό και για πιο ανθρώπινες (ήτοι λιγότερο εντατικές) συνθήκες εργασίας. Κάτι τέτοιο, μια αύξηση δηλαδή στο εργατικό κόστος (στο μοναδιαίο κόστος εργασίας), στην εποχή που η λιτότητα είναι ζωτικής σημασίας πολιτική για το κεφάλαιο, ώστε να ξεπεράσει το ακανθώδες πρόβλημα της χαμηλής κερδοφορίας του (μετρημένης ως το κλάσμα των κερδών προς τα ιστορικά κόστη των επενδύσεων), προφανώς δεν μπορεί και δεν θα γίνει – πάση θυσία-  ανεκτή από τους κεφαλαιοκράτες.

Όπως και να χει, αυτή μου η διαφωνία δεν μειώνει την συνεισφορά του βιβλίου. Ο Ρούσης για άλλη μια φορά μας οπλίζει με θεωρητικά εργαλεία και πολεμοφόδια για να κατανοήσουμε τον κόσμο, ως πρώτο βήμα στην προσπάθεια μας να τον αλλάξουμε.

5. «Εργοστασιακές επιτροπές και εργατικός έλεγχος στην Πετρούπολη το 1917» του David Mandel. Εκδόσεις Red Marks, 2017.

Συναρπαστικό βιβλίο. Το διάβασα απνευστί. Ο David Mandel με εξαιρετικό τρόπο, αξιοποιώντας τα αντίστοιχα εμπειρικά δεδομένα, δείχνει ότι οι εργαζόμενοι δεν έκαναν «σοσιαλιστικά πειράματα», δεν παρασύρονταν από την επιθετική προπαγάνδα των μπολσεβίκων, δεν επηρεάζονταν από τους αναρχικούς, δεν λειτουργούσαν βάσει ενός θεωρητικού-κοσμοθεωρητικού «μπούσουλα» , ούτε τέλος βιαζόντουσαν αδικαιολόγητα, όταν καταλάμβαναν τα εργοστάσια και έδιναν πιο ριζοσπαστικό περιεχόμενο στην έννοια του «ελέγχου» επί της παραγωγικής διαδικασίας στον χώρο δουλειάς. Όλα αυτά τα έκαναν -  και τα κάνει κάθε κίνημα «αυτοδιαχείρισης» ιστορικά -  γιατί δεν είχαν άλλη επιλογή. Ήταν μια άμυνα των εργαζομένων απέναντι στο λοκ άουτ των εργοδοτών (απεργία των εργοδοτών), στην αυθαιρεσία και στον αυταρχισμό της εργοδοσίας στην καθημερινή τους δουλειά, στα κλειστά εργοστάσια (όταν ο ιδιοκτήτης έπαιρνε το ταμείο και έφευγε στο εξωτερικό), και εν ολίγοις όταν ένιωθαν ότι οι κατακτήσεις της δημοκρατικής επανάστασης του Φλεβάρη του 1917 απειλούνταν από την αστική τάξη της Ρωσίας. Το βιβλίο περιέχει κι άλλα διδάγματα, λιγότερο ευχάριστα, και έχουν να κάνουν με τα όρια της «αυτοδιαχείρισης» ή αλλιώς ποια είναι τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενοι που επιχειρούν να διαχειριστούν από κοινού, δημοκρατικά, τον χώρο δουλειάς τους. Για μια ιστορική περιοδολόγηση και ανάλυση των κινημάτων αυτοδιαχείρισης από την Κομμούνα του Παρισιού μέχρι τα κινήματα της Λατινικής Αμερικής, βλέπε και το δικό μου κείμενο με τίτλο «Αυτοδιαχείριση και Επανάσταση».    

Sunday, 24 December 2017

Αυτοδιαχείριση και Επανάσταση

Εισαγωγή


Το θέμα του παρόντος κειμένου, όπως σαφώς προκύπτει από τον τίτλο, είναι η περιγραφή της επαναστατικής παράδοσης του κινήματος της εργατικής αυτοδιαχείρισης (ή διαφορετικά του κινήματος ανακτημένων επιχειρήσεων όπως ειδικά αποκαλείται στην Αργεντινή) στις χώρες της Λατινικής Αμερικής.

Το ζήτημα της αυτοδιαχείρισης, ειδικά σε περιόδους γενικής κρίσης και μαζικής ανεργίας, δεν είναι κάτι παρωχημένο που αφορά άλλες εποχές, αλλά ένα διαχρονικά επίκαιρο φαινόμενο που θα ξεσπά νομοτελειακά μετά από κάθε μείζονα κρίση του συστήματος. Απόδειξη ότι ο όρος «αυτοδιαχείριση» συνεχίζει να γεμίζει με φόβο και υστερία τις ψυχές των οικονομικών δυναστών, άρα συνεχίζει να είναι απόλυτα επίκαιρος, είναι η περίπτωση της ΒΙΟ.ΜΕ., για την οποία η διοίκηση της ΕΡΤ3 αποφάσισε να επέμβει στο δελτίο ειδήσεων του σταθμού προκειμένου να σταματήσει την προβολή της μαζί με άλλα κοινωνικά εγχειρήματα ριζοσπαστικού χαρακτήρα[1].

Χρέος μας, λοιπόν, είναι να μελετήσουμε την αυτοδιαχείριση σημειώνοντας τις προοπτικές της και επισημαίνοντας τις αδυναμίες της ώστε αυτές να ξεπεραστούν.
Αλλά τι ακριβώς είναι η αυτοδιαχείριση ; Μια πρώτη απόπειρα απάντησης θα ήταν να αναλύσουμε ετυμολογικά τη λέξη : «αυτό-», δηλαδή εγώ ο ίδιος και «-διαχείριση», συνεπώς ο όρος δεν μπορεί παρά να σημαίνει ότι εγώ ο ίδιος διαχειρίζομαι κάτι. Άρα εργατική αυτοδιαχείριση σημαίνει ότι οι εργάτες διαχειρίζονται οι ίδιοι συλλογικά το προϊόν της εργασίας τους χωρίς διαμεσολαβητές (αφεντικά). Ιστορικά, όμως, η αυτοδιαχείριση έχει χρησιμοποιηθεί για να περιγράψει  μια πληθώρα διαφορετικών καταστάσεων, από τους παραδοσιακούς συνεταιρισμούς έως τις ανακτημένες από τους εργαζομένους επιχειρήσεις στην Αργεντινή και από τις κολεκτίβες της Ισπανίας του 1936 μέχρι το εγχείρημα της Mondragon. Εξ ου και τα τόσα συνώνυμα με την αυτοδιαχείριση (αυτοδιεύθυνση, αυτονομία, κολεκτίβα, κοοπερατίβα, συνεταιρισμός, εργατικό συμβούλιο) είναι ταυτόχρονα σε ορισμένες περιπτώσεις αντώνυμα.

Συνεπώς το παρόν άρθρο αναγκαστικά δεν μένει μόνο στη Λατινική Αμερική, αλλά για την ακρίβεια καταλήγει εκεί αφού πρώτα έχει δώσει, μέσω μιας σύντομης αλλά ενδελεχούς (ελπίζω) ιστορικής επισκόπησης, στον αναγνώστη μια εικόνα της ποικιλομορφίας που διέπει το κίνημα της εργατικής αυτοδιαχείρισης.

Είναι προφανώς αδύνατον να μπορέσουμε να κάνουμε μια αναλυτική περιοδολόγηση όλων των κινημάτων αυτοδιαχείρισης  που μας είναι γνωστά από την ιστορία και ταυτόχρονα να μείνουμε πιστοί στο βασικό στόχο του παρόντος κειμένου. Εσκεμμένα, λοιπόν, θα σταθούμε στα πιο σημαντικά από τα κινήματα εργατικής αυτοδιεύθυνσης διαφόρων χωρών, αφήνοντας ασχολίαστα μικρότερα σε έκταση αλλά και σε επιρροή κινήματα, όπως για παράδειγμα αυτό της Γλασκόβης του 1915[2] ή αυτό της Ινδονησίας[3].


Η θεωρία της αυτοδιαχείρισης και οι πρώτες απόπειρες εργατικού ελέγχου της παραγωγής


Ο σημαντικός κοινωνικός ανθρωπολόγος Αντρές Ρουτζέρι (Andres Ruggeri), που έχει γράψει το βιβλίο «Οι Ανακτημένες Επιχειρήσεις της Αργεντινής. Καταλαμβάνουμε, Αντιστεκόμαστε, Παράγουμε.», ένα έργο αναφοράς στο θέμα της αυτοδιαχείρισης, έχει την εξής άποψη: 

«Αντίθετα με τις ρομαντικές ή βολονταριστικές ερμηνείες του φαινομένου, όσα αναφέρθηκαν αποδεικνύουν ότι οι Αν. Επ. [Ανακτημένες Επιχειρήσεις] δεν ήταν τουλάχιστον στην αρχή, μια εναλλακτική οδός που επινόησαν οι εργαζόμενοι για να εναντιωθούν στον καπιταλισμό ή ακόμα και στην αναδιάρθρωση της εργασίας που επέφερε η κρίση του φορντικού μοντέλου, αλλά υπήρξαν μια ακόμα συνέπεια της επιβολής του νεοφιλελευθερισμού. Με άλλα λόγια, η αργεντίνικη εργατική τάξη έδωσε μια πρωτότυπη απάντηση στην παντελή αποστέρηση του δικαιώματος στη ζωή που επιβλήθηκε από αυτό το οικονομικό μοντέλο : αρνήθηκαν πεισματικά να εγκαταλείψουν τις θέσεις εργασίας τους, παρ’ όλο τον αφανισμό, λόγω χρεοκοπίας ή λόγω απάτης, της επιχείρησης που τους απασχολούσε.»[4].

Περιγράφοντας μια άλλη εποχή, αυτή του Ισπανικού Εμφυλίου, και δη της κολεκτίβας στην οποία συμμετείχε, ο Ευγένιος Σοπένα καταλήγει σε ένα παρόμοιο συμπέρασμα : 

«…η πίεση, η ατμόσφαιρα του πολέμου οδηγούσε στη δημιουργία κολεκτίβων σε κάθε χωριό, αυτό όμως είχε περισσότερο να κάνει με το φόβο παρά με τις πεποιθήσεις. Γιατί όπως συμβαίνει με κάθε πράγμα, οι πεισμένοι αποτελούν μια μειονότητα. Πάντα μια μειονότητα καλλιεργεί το έδαφος, η μάζα μένει πίσω».[5]
Βλέποντας κανείς συνολικά την ιστορία της αυτοδιαχείρισης δεν μπορεί παρά να συμφωνήσει με τις διαπιστώσεις του Ρουτζέρι και του Σοπένα, με εξαίρεση ίσως τη Κόκκινη Διετία στο Τουρίνο. Οι εργάτες, ειδικά εκείνοι με λιγότερα τυπικά προσόντα, οι ανειδίκευτοι δηλαδή, οι οποίοι και πλήττονται περισσότερο σε περίπτωση που κλείσει η επιχείρηση ή το εργοστάσιο που δουλεύουν, οδηγούνται στην ανακατάληψη του εργοστασίου όχι γιατί με τον τρόπο αυτό συνειδητοποιούν και αποδέχονται το ιστορικό τους καθήκον ως επαναστατικό υποκείμενο για την ανατροπή του καπιταλισμού, αλλά ως αντίδραση και άμυνα απέναντι σε ακραίες καταστάσεις (πόλεμος, νεοφιλελεύθερη επέλαση, γραφειοκρατικά λεβιάθαν κ.ο.κ) όπου η ανεργία ισοδυναμεί με δομική περιθωριοποίηση και τελικά με την οριστική αποστέρηση όλων των μέσων για την επιβίωση. 

Καταλαμβάνουν και επαναλειτουργούν το κλειστό εργοστάσιο (ή ακόμα και ολόκληρη την κοινότητα στην περίπτωση των κολεκτίβων στην Ισπανία το 1936-1939) γιατί αυτή είναι η μοναδική τους ελπίδα για να ζήσουν και όχι γιατί θέλουν να πλήξουν τον καπιταλισμό ή γιατί με τον τρόπο αυτό υλοποιούν το πρώτο βήμα κάποιου μεγαλόπνοου σχεδίου υλοποίησης κάποιας ουτοπίας (υπό την έννοια του μη-υπαρκτού ακόμη κόσμου και όχι του ανέφικτου).

Η αυτοδιαχείριση, λοιπόν, είναι, όπως προαναφέραμε, μια διαδικασία με χαρακτηριστικά βαθύτατα αντικειμενικά και αναπόδραστα, που απορρέουν από την ίδια την απόγνωση του εργαζομένου απέναντι στο αδιέξοδο που βιώνει. Ποιος σώφρων άνθρωπος θα πει στους εργαζομένους π.χ. της Αργεντινής, όταν τους πετάει στο δρόμο ο εργοδότης προκειμένου να μεταφέρει το εργοστάσιό του αλλού (όπου υπάρχουν καλύτερες προοπτικές για μεγαλύτερα ποσοστά κέρδους), να μην προχωρήσουν στην κατάληψη του εργοστασίου; Ποιος άραγε τολμάει να τους πει μόλις ανακτήσουν το εργοστάσιο, ότι η αυτοδιαχείριση στη "θεωρία" είναι αδύναμη; Κανείς λογικός άνθρωπος δεν μπορεί να κάνει κάτι τέτοιο.

Είναι ανώφελο συνεπώς να ξιφουλκούμε απέναντι στην αυτοδιαχείριση κατηγορώντας την ως αναρχική και κρυφοαστική ουτοπία (αυτή τη φορά με την έννοια του ανέφικτου), όπως κάνει για παράδειγμα ο Ανδρέας Σκαμπαρδώνης [6]. Βιώσιμη ή μη, θεωρητικά συνεκτική ή όχι, αντιδραστική ή προοδευτική, η αυτοδιαχείριση είναι μια υπαρκτή και συνεχώς επαναλαμβανόμενη διαδικασία στην πορεία του χρόνου.

Οπότε τι; Αφήνουμε τους εργάτες στις ψευδαισθήσεις τους, ότι έχει κάποια προοπτική το εγχείρημα τους, ενώ στην πραγματικότητα είναι καταδικασμένο; Μήπως από τα παραπάνω προκύπτει ότι είναι μάταιη η θεωρητική και η ιστορική μελέτη του φαινομένου; Μήπως πρέπει να αντιμετωπιστεί ως μια φυσική διαδικασία που δεν χρήζει περαιτέρω μελέτης, μιας και δεν μπορούμε να την επηρεάσουμε, όπως ακριβώς δεν μπορούμε να σταματήσουμε ή να ξεκινήσουμε ένα φυσικό φαινόμενο (π.χ. τη βροχή); Σε καμία περίπτωση. Αντιθέτως η διεξοδική προσέγγιση του ζητήματος είναι επιβεβλημένη για να αντιμετωπίσει τη θεωρητική κρίση που μαστίζει τα κινήματα παγκοσμίως σχετικά με το εγχείρημα της εργατικής αυτοδιεύθυνσης και το πώς αυτό εντάσσεται στη γενικότερη προσπάθεια ετερόκλητων δυνάμεων διεθνώς για τη μετάβαση σε μια πιο δίκαιη κοινωνική τάξη πραγμάτων.

Η Κομμούνα του Παρισιού


Μεθοδολογικά δεν υπάρχει καλύτερο τρόπος θεωρητικής ανάλυσης ενός φαινομένου από την αξιοποίηση των όσων έχουν ήδη πει γι’ αυτό κορυφαίοι στοχαστές του παρελθόντος. Για να αντιληφθούμε, όμως, πλήρως, χωρίς παρανοήσεις, τα διδάγματα που μας κληροδότησαν οι διανοούμενοι αυτοί οφείλουμε να εξετάσουμε τον τρόπο σκέψης τους μέσα στο ιστορικό πλαίσιο που έδρασαν και από το οποίο, σε τελική ανάλυση, σίγουρα επηρεάστηκαν. Η αξία των θεωρητικών τους γενικεύσεων θα εξεταστεί στη συνέχεια με κριτήριο την πληθώρα των εμπειρικών δεδομένων που μας είναι πλέον διαθέσιμα. 

Θα ξεκινήσουμε, λοιπόν, από τον ίδιο το Μαρξ και τις περίφημες διατυπώσεις του για την κομμουνιστική κοινωνία. Είναι γνωστό ότι ο Μαρξ εμπνεύστηκε από την επική επανάσταση των εργατών του Παρισιού που οδήγησε στην εγκαθίδρυση της Παρισινής Κομμούνας, ένα γεγονός σταθμός στην προσπάθεια των λαών του κόσμου για την κατάκτηση της δημοκρατίας και η πρώτη προσπάθεια των εργαζομένων να πάρουν τον έλεγχο της παραγωγής και της ζωής τους στα χέρια τους. Μέσα στις μόλις 70 ημέρες ζωής της η Κομμούνα του Παρισιού αποτέλεσε αναμφίβολα μία από τις πιο λαμπρές και ελπιδοφόρες σελίδες της ανθρώπινης ιστορίας, καθότι έφερε στο πολιτικό προσκήνιο κατακτήσεις ανήκουστες για την εποχή της (και τη δική μας). Ιδού μερικά από τα κατορθώματα των παρισινών κομμουνάρων:

  • Κομμούνα αποτελούνταν από τους δημοτικούς συμβούλους κάθε διαμερίσματος του Παρισιού που εκλέχτηκαν με γενική ψηφοφορία και ήταν υπεύθυνοι στους εκλογείς τους και ανακλητοί από αυτούς οποιαδήποτε στιγμή.
  • Η Κομμούνα ήταν ένα εργαζόμενο σώμα, εκτελεστικό και νομοθετικό ταυτόχρον
  • Αντικατάσταση του τακτικού στρατού, των πραιτοριανών δηλαδή της προηγούμενης εθνοπροδοτικής και ψευτοπατριωτικής κυβέρνησης «Εθνικής Άμυνας», από τον ένοπλο λαό, την Εθνοφρουρά, στην οποία συμμετείχε κάθε ενήλικος Παριζιάνος που ήταν ικανός να φέρει όπλο.
  • Μετατροπή της αστυνομίας από μέσο κατίσχυσης επί του λαού σε όργανο άμεσα υπόλογο και ανακλητό από το λαό της Κομμούνας.
  • Τα δημόσια αξιώματα έπαψαν να είναι «ατομική ιδιοκτησία» μιας ιδιαίτερης κάστας γραφειοκρατών. Δημόσιος λειτουργός μπορούσε και όφειλε να γίνει κάθε πολίτης της Κομμούνας εκ περιτροπής.
  • Τα εκπαιδευτικά ιδρύματα άνοιξαν για το λαό δωρεάν και απεγκλωβίστηκαν από την επιρροή του κράτους και της εκκλησίας.
  • Οι δικαστικοί λειτουργοί, όπως και κάθε δημόσιος υπάλληλος, ήταν υπόλογος, αιρετός και προφανώς άμεσα ανακλητός ανά πάσα στιγμή από την Κομμούνα.[7]

Τα παραπάνω επιτεύγματα οδήγησαν το Μαρξ στο συμπέρασμα ότι η Παρισινή Κομμούνα ήταν 

«μια Κυβέρνηση της εργατικής τάξης, ήταν το αποτέλεσμα του αγώνα της τάξης των παραγωγών κατά της τάξης των σφετεριστών, η πολιτική μορφή που επιτέλους ανακαλύφτηκε και υπό την οποία μπορούσε να συντελεστεί η οικονομική απελευθέρωση της εργασίας… Η πολιτική κυριαρχία των ανθρώπων που παράγουν δεν μπορεί να υπάρχει παράλληλα με τη διαιώνιση της κοινωνικής τους σκλαβιάς. Η Κομμούνα, συνεπώς, έπρεπε να χρησιμεύσει ως μοχλός για να ανατραπούν οι οικονομικές βάσεις πάνω στις οποίες στηρίζεται η ύπαρξη των τάξεων και επομένως και η ταξική κυριαρχία. Άπαξ και χειραφετηθεί η εργασία, κάθε άνθρωπος γίνεται εργάτης και η παραγωγική εργασία παύει να είναι ταξική ιδιότητα ».[8]

Οι εργάτες, λοιπόν, που ήταν και η πλειονότητα του παρισινού λαού, έχοντας συσπειρώσει γύρω τους τα κοινωνικά στρώματα των φοιτητών, των δημοσιογράφων, των υπαλλήλων, των βιοτεχνών και των δασκάλων, αναδείχθηκαν σε «ηγέτιδα τάξη του έθνους»[9] και πέτυχαν για πρώτη φορά την πατριωτική-εθνική ενότητα του λαού της γαλλικής πρωτεύουσας.

Αφού οι εργάτες έγιναν ο ηγεμόνας (κατά την ορολογία του Γκράμσι) του Παρισιού, ξεκίνησαν το ξεθεμελίωμα των οικονομικών όρων που γεννούν την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, τάξης από τάξη και έθνους από έθνος. Μία από τις πρώτες τους ενέργειες στην παραπάνω κατεύθυνση ήταν, όπως ήταν αναμενόμενο, η κατάρτιση μιας στατιστικής απογραφής των εργοστασίων, τα οποία έκλεισαν οι εργοστασιάρχες τους, και η επεξεργασία σχεδίων για την εκμετάλλευση των εργοστασίων αυτών από τους εργάτες που δούλευαν ως τότε σ’ αυτά, τα οποία και θα ενώνονταν σε συνεργατικούς συνεταιρισμούς, και έπειτα την οργάνωση των συνεταιρισμών αυτών σε μια μεγάλη ένωση.[10] 

Επιπλέον, καταργώντας τον τακτικό στρατό και τη γραφειοκρατία και απεκδύοντας την αστυνομία από τον πολιτικό της ρόλο, δημιούργησαν το ζωτικό εκείνο χώρο και τις προϋποθέσεις για την οργάνωση της παραγωγής στη βάση των συνεργατικών συνεταιρισμών και την οργάνωση του έθνους με βάση το μοντέλο της Κομμούνας. Όπως είπε ο ίδιος ο Μαρξ, σε μια από τις πιο σημαντικές θεωρητικές γενικεύσεις για το θέμα που πραγματευόμαστε (αυτό της αυτοδιαχείρισης): 

«Αλλά η εργατική τάξη δεν μπορεί να πάρει απλά την έτοιμη κρατική μηχανή και να τη βάλει σε κίνηση για τους δικούς της σκοπούς».[11] 

Θεσπίζοντας την αιρετότητα και την ανακλητότητα, οι Κομμουνάροι του Παρισιού διέλυσαν την γραφειοκρατία και το στρατό, συνεπώς κατέλυσαν το κράτος και το αντικατέστησαν με, «κάτι που δεν είναι καθ’ αυτό κράτος»,[12] την Κομμούνα.

Το κοσμοϊστορικό γεγονός της Παρισινής Κομμούνας είναι κατά τα λόγια του ίδιου του Μαρξ «ο ένδοξος πρόδρομος μιας νέας κοινωνίας».[13] 

Η νέα αυτή κοινωνία, η ανώτερη φάση του κομμουνισμού (σύμφωνα με την ορολογία του Μαρξ), θα οργανώνεται με βάση τους ισότιμους και ελεύθερους «συνεταιρισμένους παραγωγούς», «η εργασία θα έχει γίνει όχι μόνο μέσο για να ζεις, αλλά και η πρώτη ανάγκη της ζωής» και η «κοινωνία θα γράψει στη σημαία της: Από τον καθένα ανάλογα με τις ικανότητές του, στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του !»[14]

Το σοβιέτ, οι εργοστασιακές επιτροπές και ο εργατικός έλεγχος στην Πετρούπολη


Καταρχάς τι ήταν τα σοβιέτ; Σοβιέτ στα ρώσικα σημαίνει συμβούλιο. Τα σοβιέτ, λοιπόν ήταν συμβούλια αρχικά μόνο εργατών και έπειτα και στρατιωτών (που ήταν κυρίως αγρότες). Το πρώτο σοβιέτ συστάθηκε το 1905 στην Πετρούπολη όταν ξέσπασε επανάσταση στη Ρωσία μετά την ήττα της από τη Ιαπωνία. Όταν το τσαρικό κράτος ανέκτησε τη δύναμή του και κατέπνιξε την επανάσταση, τα σοβιέτ διαλύθηκαν, αλλά η μνήμη τους παρέμεινε. 

Ιδού τι έλεγε ο Τρότσκυ για το σοβιέτ της Πετρούπολης και για τις αιτίες της αποτυχίας της επανάστασης του 1905: 

«Το προλεταριάτο από την μία μεριά, ο αντιδραστικός τύπος από την άλλη, έχουν αποκαλέσει το Σοβιέτ “μια εργατική κυβέρνηση”. Αυτό απλά αντανακλούσε το γεγονός ότι το Σοβιέτ ήταν στη πραγματικότητα ένα έμβρυο της επαναστατικής κυβέρνησης… Οι πενήντα μέρες της ζωής του Σοβιέτ και το αιματηρό του τέλος έδειξαν ότι η αστική Ρωσία είναι πολύ στενή ως βάση για έναν τέτοιο αγώνα, και ότι ακόμα και εντός των ορίων της αστικής επανάστασης, μια τοπική οργάνωση δεν μπορεί να αποτελέσει το κεντρικό καθοδηγητικό σώμα. Για ένα εθνικό καθήκον το προλεταριάτο απαιτείται να οργανωθεί σε εθνική κλίμακα. Το Σοβιέτ της Πετρούπολης ήταν μια τοπική οργάνωση, ωστόσο η ανάγκη για μια κεντρική οργάνωση ήταν τόσο μεγάλη ώστε έπρεπε να αναλάβει την ηγεσία σε εθνική κλίμακα.»[15]
Κάποια χρόνια αργότερα, το Φεβρουάριο του 1917 στην Πετρούπολη, οι στρατιώτες αρνούνται να πυροβολήσουν ένα πλήθος πεινασμένων εργατών που είχαν κατέβει σε απεργία, γεγονός που κινητοποίησε την ανάδυση εκ νέου του σοβιέτ. Η απουσία οποιουδήποτε σφρίγους από το, κατεστραμμένο από τον πόλεμο, τσαρικό κράτος σε συνδυασμό με την εγγενή ευελιξία του σοβιέτ, επέτρεψαν την αναγέννηση του θεσμού των εργατο-στρατιωτικών συμβουλίων μέσα σε, κυριολεκτικά, 24 ώρες. 
Στα σοβιέτ οι μπολσεβίκοι, παρά το σύνθημά τους «Όλη η εξουσία στα Σοβιέτ»[16], ήταν ισχνή μειοψηφία. Μόνο μετά τις κρίσεις του Απρίλη, του Ιούλη και του Σεπτέμβρη οι μπολσεβίκοι κατακτούν την πλειοψηφία στο σοβιέτ της Πετρούπολης τον Οκτώβρη του 1917.

Αυτή η αδρομερής και αφηρημένη ιστορική παρουσίαση των επαναστατικών διεργασιών που έλαβαν χώρα στην Ρωσία το 1917, παρότι σωστή, δεν αρκεί. Παραγνωρίζει, κομβικής σημασίας, διδάγματα αναφορικά με τον εργατικό έλεγχο. Ας δούμε τα ιστορικά γεγονότα εκ του σύνεγγυς και σε μεγαλύτερο βάθος.

Αυτό που πρέπει να τονιστεί είναι ότι η επαναστατική διαδικασία στη Ρωσία το 1917 φέρνει για πρώτη φορά στο φως τον κοινωνικό μηχανισμό, ήτοι τους "κοινωνικούς νόμους", της αυτοδιαχείρισης. Με άλλα λόγια αποκαλύπτει τα αίτια που πυροδοτούν την προσπάθεια των εργαζομένων να ελέγξουν, συλλογικά και δημοκρατικά, τον χώρο δουλειάς τους, καθώς και τους λόγους που αυτή η προσπάθεια παίρνει σταδιακά τον χαρακτήρα μιας κοινωνικής επανάστασης (υπό την έννοια της αμφισβήτησης των σχέσεων ιδιοκτησίας).

Όπως αναφέρει ο David Mandel, περιγράφοντας την εμπειρία των εργατικών επιτροπών και του εργατικού ελέγχου στην Πετρούπολη το 1917:
«...ο ολοένα και πιο κοινωνικός χαρακτήρας της επανάστασης δεν ήταν αποτέλεσμα κάποιας βιασύνης των εργαζομένων να προχωρήσουν σε "σοσιαλιστικά πειράματα", αλλά η έκφραση της βούλησής τους να υπερασπιστούν τη δημοκρατική επανάσταση ενάντια σε αυτό που αντιλαμβάνονταν ως αντεπαναστατική απειλή από την αστική τάξη. ...Συνεπώς, η γρήγορη εμβάθυνση του κοινωνικού χαρακτήρα της επανάστασης δεν οφειλόταν σε ουτοπικά όνειρα ή στον δήθεν βολονταρισμό των μπολσεβίκων, αλλά στην άγρια αποφασιστικότητα που έδειξαν οι εργαζόμενοι και οι εργαζόμενες, αλλά και η ηγεσία τους, να κάνουν αυτό που έκριναν αναγκαίο για την υπεράσπιση της επανάστασης. Όπως είχε δηλώσει ο Maksimov: "Αν θέλουν να μας πιάσουν από τον λαιμό, θα αμυνθούμε. Αν είναι να πέσουμε, θα είναι σε έναν τίμιο αγώνα, και μπροστά σε αυτόν τον αγώνα δεν θα υποχωρήσουμε"»  [17]     
Αυτό που βλέπουμε, λοιπόν, (και θα το συναντάμε σε κάθε κίνημα εργατικού ελέγχου και αυτοδιαχείρισης στην πορεία της ιστορίας) είναι ότι οι εργαζόμενοι δεν καθοδηγούνταν από κάποια (κοσμο)θεωρία, ούτε κινητοποιούνταν από την προπαγάνδα των μπολσεβίκων ή/και των αναρχικών.

Οι εργάτες και οι εργάτριες εξεγείρονταν, πρώτα και κύρια, γιατί ένιωθαν ότι οι διεκδικήσεις που είχαν ήδη από το 1905, δηλαδή το οκτάωρο, ο μισθός "αντάξιος ενός ελεύθερου πολίτη" και ένα "συνταγματικό καθεστώς" στα εργοστάσια, και τις οποίες υποτίθεται ότι η δημοκρατική επανάσταση του Φλεβάρη του '17 μετέτρεψε σε κατακτήσεις, απειλούνταν από την αστική τάξη. [18]

Οι εργατικές μάζες, αρχικά, δεν είχαν καμία επαναστατική διάθεση, με την έννοια της αμφισβήτησης των υφιστάμενων σχέσεων παραγωγής και ιδιοκτησίας. [19] Εξ ου και το ότι οι μπολσεβίκοι δεν έθεταν ως στόχο και καθήκον των σοβιέτ εκείνη την εποχή τον σοσιαλισμό. Ήταν απρόθυμοι στο να μιλήσουν για σοσιαλισμό στους εργαζομένους. [20] Ενδεικτικό είναι, επίσης, το γεγονός ότι κανένα κόμμα δεν είχε εξ αρχής στο πρόγραμμά του την διεκδίκηση του εργατικού ελέγχου, τουναντίον αυτός προέκυψε από την βάση. [21] Οι μπολσεβίκοι ενσωμάτωσαν τον εργατικό έλεγχο στο πρόγραμμά τους και κάλεσαν τους εργάτες να τον εφαρμόσουν στις 19 Μαΐου 1917, ανταποκρινόμενοι ουσιαστικά σ' αυτό που γινόταν ήδη από τους ίδιους τους εργαζομένους. [22]

Κοντολογίς, οι εργαζόμενοι αναγκάστηκαν εκ των πραγμάτων να αντιδράσουν απέναντι στην επίθεση της αστικής τάξης, η οποία έπαιρνε την μορφή των λοκ-άουτ [23] , την αυθαιρεσία και τον αυταρχισμό στην καθημερινή εργασία [24] και το κλείσιμο των εργοστασίων αφού πρώτα οι ιδιοκτήτες είχαν εμπλακεί σε ύποπτες χρηματικές δολοπλοκίες (ήτοι είχαν καταχραστεί το ταμείο) και μετά επέρριπταν την ευθύνη του κλεισίματος στο νεοεγκαθιδρυθέν οκτάωρο. [25]

Απέναντι σ' αυτή την επίθεση των ιδιοκτητών, οι εργαζόμενοι δημιούργησαν τις εργοστασιακές επιτροπές, κύρια λειτουργία των οποίων ήταν να «εκπροσωπούν τους εργάτες στη σχέση τους με τη διεύθυνση και με τα εξωτερικά όργανα». [26] Μέσω αυτών των επιτροπών οι εργάτες επιχείρησαν να βάλουν ένα τέλος στην αυθαιρεσία της διεύθυνσης (απολύσεις των "ταραχοποιών" εν είδει τρομοκρατίας, τήρηση του κατώτατου μισθού, διατήρηση του ωραρίου, σεβασμός του διαλείμματος, φύλαξη του εργοστασίου, επίβλεψη των λογιστικών βιβλίων, κοκ). [27] Παρ' όλα αυτά δεν ανέλαβαν την ίδια την διεύθυνση. Οι εργοστασιακές επιτροπές ήταν ένας έλεγχος της διεύθυνσης, κι όχι ακόμα διεύθυνση καθ' αυτή.

Τον Ιούλιο του 1917, μετά την αποτυχία του πραξικοπήματος του Κορνίλοφ και μετά την επέκταση της οικονομικής κρίσης που πλέον έπληττε με λουκέτο και τις μεγάλες επιχειρήσεις, οι βιομήχανοι  με την αρωγή των φιλελευθέρων κρατικών αξιωματούχων αποφάσισαν να επιτεθούν ορμητικά στο θεσμό των εργοστασιακών επιτροπών. Οι εργάτες και οι εργάτριες αντεπιτέθηκαν. Η ίδια η πορεία των πραγμάτων, ήτοι η μαζική ανεργία και η όξυνση της οικονομικής κρίσης, οδηγούσε τους εργαζομένους στο να ενισχύσουν την παρέμβαση τους στην διαχείριση των εργοστασίων μέσω των εργοστασιακών τους επιτροπών [28] και να στρέψουν την προσοχή τους στο στρατηγικό στόχο της κατάληψης της κρατικής εξουσίας. [29]

Η αδυναμία, από την μία μεριά, της ρωσικής αστικής τάξης να αντιμετωπίσει την κρίση και να ανταποκριθεί στα αιτήματα του ρωσικού λαού [30] και η ορμή της εργατικής τάξης από την άλλη, συγκέντρωσαν τελικά όλη την εξουσία στα σοβιέτ. Οι μπολσεβίκοι, παρά το γεγονός ότι ήταν μειοψηφία, είχαν εμπιστοσύνη στις δυνάμεις τους και στα επιχειρήματά τους και τελικά, κεφαλαιοποιώντας τις κρίσεις του Απρίλη, του Ιούλη και του Σεπτέμβρη, πλειοψήφησαν στα σοβιέτ και ανελίχθηκαν στην εξουσία εκφράζοντας τη δεδομένη στιγμή τα συμφέροντα του συνόλου της ρωσικής εργατικής τάξης.

Μέσα απ' όλη αυτή την "από τα κάτω" εξέλιξη της επανάστασης εξάγονται και κάποια πολύ σημαντικά διδάγματα, που αποτελούν πολύτιμο οδηγό για όλες τις ανάλογες απόπειρες αυτοδιαχείρισης που ακολούθησαν και γι' όλες αυτές που θα προκύψουν στο μέλλον. Αρχικά αυτό που μας δίδαξε ο επαναστατικός ξεσηκωμός στην μεγάλη ρωσική επανάσταση είναι ότι τα εργατικά συμβούλια και οι εργοστασιακές επιτροπές χωρίς τη μεσολάβηση και την καθοδήγηση ενός επαναστατικού κόμματος, θα οδηγήσουν σε καταστάσεις Βερολίνου του 1919, όπου οι ηγέτες προσπάθησαν να παρακάμψουν τα αντίστοιχα εργατικά συμβούλια και κήρυξαν μια πρόωρη επανάσταση, με αποτέλεσμα να αιματοκυλιστούν όλοι οι συμμετέχοντες χωρίς ουσιαστική κινητοποίηση του μεγάλου όγκου της εργατικής τάξης.

Υπάρχουν, όμως, και άλλα διδάγματα, εξίσου σημαντικά, που αφορούν κυρίως στα όρια και στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα εγχειρήματα της εργατικής αυτοδιαχείρισης:
  1. Μείζον πρόβλημα αποτέλεσε η ίδια η καπιταλιστική βάση της παραγωγής, η οποία επέβαλλε τους δικούς της νόμους στην κίνηση της κοινωνίας. Οι καπιταλιστικοί αυτοί νόμοι κίνησης είναι εν τοις όροις αντίθετοι με κάθε απόπειρα αυτοδιαχείρισης μιας επιχείρησης. Η αυτοδιαχείριση βασίζεται στην δημοκρατία (άρα στην κατάργηση της εσωτερικής ιεραρχίας), στην άρση (ή αρχικά τουλάχιστον στην άμβλυνση) της εκμετάλλευσης των εργαζομένων από τους εργοδότες (ή μεταξύ των εργαζομένων), στην κατανομή του παραγόμενου προϊόντος και των διαθέσιμων πόρων βάσει ενός κεντρικού-πανεθνικού πλάνου (κάτι που καταργεί σε μεγάλο βαθμό τον ανταγωνισμό μεταξύ των επιχειρήσεων και άρα και την καπιταλιστική λογική της "ανταγωνιστικής συσσώρευσης"). Το κεφάλαιο, από την άλλη, ως η οικονομική μηχανή του καπιταλισμού προτάσσει τις ακριβώς αντίθετες αξίες: τον ανταγωνισμό μεταξύ εργαζομένων και μεταξύ επιχειρήσεων, την ιεραρχία μέσα στο χώρο δουλειάς και φυσικά την εκμετάλλευση των εργαζομένων για την άντληση των κερδών. Οι εργαζόμενοι είχαν αντιληφθεί αυτό το πρόβλημα, γι' αυτό και από τον Φεβρουάριο μέχρι τον Οκτώβρη του 1917 δεν προχώρησαν στην διεύθυνση των επιχειρήσεων, αλλά περιορίστηκαν στον έλεγχο επί της διεύθυνσης, μέχρι όπως έλεγαν οι ίδιοι να «υπάρξει πλήρης κοινωνικοποίηση της οικονομίας». Προχώρησαν σε μια ριζοσπαστική έννοια του "ελέγχου", η οποία πλέον περιέκλειε και την διαχείριση του χώρου εργασίας μόνο μετά την κατάληψη της εξουσίας από τα Σοβιέτ τον Οκτώβρη του '17, γιατί είχαν την αίσθηση ότι «κανείς δεν γνωρίζει τον τρόπο με τον οποίο θα ολοκληρωθεί» η επανάσταση που ξεκίνησε στην Ρωσία. Αυτό μπορούσε κάλλιστα να σημαίνει ότι ανέμεναν μια παγκόσμια επέκταση των επαναστάσεων, που αποτελούσε και την βασική προϋπόθεση για να κοινωνικοποιηθεί πραγματικά η οικονομία. [31]
  2. Η αδυναμία των εργατών να επιτελέσουν διευθυντικές λειτουργίες, είτε λόγω του φόβου τους μπροστά στις ευθύνες της διαχείρισης μιας επιχείρησης, είτε λόγω της έλλειψης ειδικευμένου προσωπικού. Οι εργοστασιακές επιτροπές ήταν απρόθυμες να αναλάβουν την διαχείριση της παραγωγής γιατί φοβούνταν ότι οι προηγούμενες διευθύνσεις των εργοστασίων θα τους παγίδευαν σε μια κατάσταση όπου θα αναγκάζονταν να αναλάβουν το κλείσιμο της επιχείρησης. Επιπλέον οι εργαζόμενοι, κυρίως οι ανειδίκευτοι, εκ των πραγμάτων, δεν γνώριζαν πώς να διευθύνουν μια επιχείρηση. Πολλοί εργάτες (αλλά όχι όλοι) ήταν εγκλωβισμένοι συνειδησιακά στο επίπεδο του "δημοκρατικού" καπιταλισμού, δηλαδή προτιμούσαν να μείνουν σε μια "παθητική επιστασία" της διεύθυνσης, από το να αναλάβουν οι ίδιοι την διαχείριση, αμφισβητώντας έτσι "τα ιερά και τα όσια" του καπιταλισμού (δηλαδή την ιδιωτική ιδιοκτησία και την ιεραρχία μέσα στην επιχείρηση). [32]
  3. Το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι οι εργοστασιακές επιτροπές χωρίς την αρωγή του κράτους δεν μπορούσαν να επιτελέσουν σωστή ρύθμιση σε εθνικό επίπεδο.  [33]
Ο Τρότσκυ για άλλη μια φορά συνοψίζει άριστα την περίοδο του 1917: 

«Η οργάνωση μέσω της οποίας το προλεταριάτο μπορεί τόσο να ανατρέψει την παλιά εξουσία όσο και να την αντικαταστήσει, είναι τα σοβιέτ. Αυτό αργότερα έγινε ένα ζήτημα ιστορικής εμπειρίας, αλλά ήταν μέχρι την Οκτωβριανή επανάσταση μια θεωρητική πρόγνωση – βασιζόμενη για σιγουριά, πάνω στην προκαταρκτική εμπειρία του 1905. Τα σοβιέτ είναι όργανα προετοιμασίας των μαζών για την εξέγερση, όργανα της εξέγερσης, και μετά τη νίκη όργανα της κυβέρνησης. Παρ’ όλα αυτά, τα σοβιέτ από μόνα τους δεν απαντούν στο ερώτημα. Μπορούν κάλλιστα να υπηρετήσουν διαφορετικούς στόχους ανάλογα με το πρόγραμμα και την ηγεσία. Τα σοβιέτ λαμβάνουν το πρόγραμμά τους από το κόμμα. Δεδομένου ότι τα σοβιέτ σε επαναστατικές συνθήκες – και αποκομμένα από την επανάσταση είναι αδύνατο να συγκροτηθούν – απαρτίζουν το σύνολο της τάξης με την εξαίρεση των οπισθοδρομικών, αδρανών και αποθαρρυμένων στρωμάτων αυτής, το επαναστατικό κόμμα αντιπροσωπεύει τον εγκέφαλο της τάξης. Το πρόβλημα της κατάληψης της εξουσίας μπορεί να λυθεί μόνο με ένα σαφή συνδυασμό του κόμματος με τα σοβιέτ – ή με άλλες μαζικές οργανώσεις περισσότερο ή λιγότερο ισοδύναμες με τα σοβιέτ.»[34]

Ιταλία. Κόκκινη Διετία


Τη σκυτάλη του αγώνα πήρε στη συνέχεια το ιταλικό προλεταριάτο με το Τουρινέζικο κίνημα του Απρίλη του 1920. Το Τουρίνο, μετά την ενοποίηση της Ιταλίας, είχε γίνει το βιομηχανικό κέντρο της χώρας, με τη Ρώμη να είναι το διοικητικό και το Μιλάνο το οικονομικό - εμπορικό. Η σπίθα που φούντωσε τις επαναστάσεις στο Τουρίνο ήταν πρωτίστως φυσικά η φρίκη του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, η οποία και οδήγησε τους Τουρινέζους να ξεσηκωθούν ένοπλα, μία φορά το Μάη του 1915 και μία φορά τον Αύγουστο του 1917. Και οι δύο επαναστάσεις ηττήθηκαν από τη στρατιωτική επέμβαση και την κακή οργάνωση του προλεταριάτου ένεκα της εξάντλησης που του είχε φέρει ο πόλεμος. 

Το προλεταριάτο του Τουρίνο, όμως, δεν είχε πει ακόμα την τελευταία του λέξη. Εμπνευσμένο και ενισχυμένο πνευματικά από το σοβιέτ της Πετρούπολης και τη νίκη της Οκτωβριανής επανάστασης ξεσηκώθηκε άλλη μια φορά το 1919 με μια ένοπλη εξέγερση που κατέλαβε όλη την πόλη. Η επανάσταση αυτή ήταν τόσο επιβλητική που έμεινε στην ιστορία ως η Κόκκινη Διετία (13 Δεκέμβρη 1919 έως τις 22 Απρίλη 1920).

Ιδού τι έγραψε για το κίνημα της Κόκκινης Διετίας, ένας από τους σημαντικότερους διανοούμενους στην ιστορία του εργατικού κινήματος και ένας από τους καθοδηγητές του ιταλικού εργατικού κινήματος μέσα από την αρθρογραφία του στην εφημερίδα «Όρντινε Νουόβο», ο Αντόνιο Γκράμσι: 

«Το Τουρινέζικο κίνημα του Απρίλη υπήρξε ένα μεγαλειώδες γεγονός στην ιστορία, όχι μόνο του Ιταλικού Προλεταριάτου, αλλά και του Ευρωπαϊκού κι ακόμη, μπορούμε να πούμε, και στην ιστορία του προλεταριάτου όλου του κόσμου. Για πρώτη φορά στην ιστορία συνέβη πράγματι το γεγονός ένα προλεταριάτο ν’ αποδυθεί στον αγώνα για τον έλεγχο της παραγωγής, χωρίς να έχει εξαναγκαστεί στη δράση από την πείνα ή την ανεργία. Ακόμη περισσότερο που δεν ήταν μονάχα μια μειοψηφία, μια πρωτοπορία της εργατικής τάξης που άρχισε τον αγώνα, αλλά ολόκληρη η μάζα των εργαζομένων του Τουρίνου που κατέβηκε στο στίβο και κράτησε τον αγώνα μέχρι το τέλος, αδιαφορώντας ολότελα για τις στερήσεις και τις θυσίες.[35]

Κεντρικό ρόλο στον εργατικό αγώνα του Τουρίνο έπαιξαν τα εργατικά συμβούλια, τα οποία και εξέφρασαν τη γενική θέληση της εργατικής τάξης της πόλης. Τα εργατικά συμβούλια σχηματίστηκαν μετά τη μετεξέλιξη και την ανάπτυξη των εσωτερικών εργατικών επιτροπών που υπήρχαν ήδη στο εσωτερικό των Τουρινέζικων επιχειρήσεων. Οι συντάκτες και οι οπαδοί της εφημερίδας «Όρντινε Νουόβο» τόνισαν εγκαίρως ότι τα καθήκοντα των Εργατικών Συμβουλίων έπρεπε να είναι «ο έλεγχος της παραγωγής, ο εξοπλισμός και η στρατιωτική προετοιμασία των μαζών και η πολιτική και τεχνική προετοιμασία τους.»[36] 

Η οργάνωση, δε, των Εργοστασιακών Συμβουλίων βασιζόταν στις παρακάτω αρχές, κατά τον Γκράμσι: 

«…σε κάθε εργοστάσιο και σε κάθε επιχείρηση πρέπει να συγκροτείται ένας οργανισμός στη βάση της αντιπροσώπευσης (κι όχι στην παλιά βάση του γραφειοκρατικού συστήματος) που να υλοποιεί τη δύναμη του προλεταριάτου, να αγωνίζεται ενάντια στην καπιταλιστική τάξη πραγμάτων και να ασκεί τον έλεγχο στην παραγωγή, εκπαιδεύοντας ολόκληρη την εργατική μάζα για τον επαναστατικό αγώνα και τη δημιουργία του εργατικού κράτους. Το Εργοστασιακό Συμβούλιο πρέπει να οργανωθεί σύμφωνα με την αρχή της οργάνωσης κατά βιομηχανία. Αυτό πρέπει να αντιπροσωπεύει για την εργατική τάξη το μοντέλο της κομμουνιστικής κοινωνίας, όπου θα φτάσουμε δια μέσου της δικτατορίας του προλεταριάτου… Κάθε επιχείρηση υποδιαιρείται σε τμήματα και κάθε τμήμα σε επαγγελματικά συνεργεία. Κάθε συνεργείο αναλαμβάνει ένα ορισμένο μέρος της δουλειάς. Οι εργάτες κάθε συνεργείου εκλέγουν έναν εργάτη με ορισμένη και καθορισμένη εντολή. Η συνέλευση των εκλεγμένων αυτών αντιπροσώπων όλης της επιχείρησης σχηματίζει ένα Συμβούλιο που εκλέγει από τους κόλπους του μιαν εκτελεστική επιτροπή. Η συνέλευση των πολιτικών γραμματέων των εκτελεστικών επιτροπών σχηματίζει την κεντρική επιτροπή των Συμβουλίων που με τη σειρά της εκλέγει από τους κόλπους της μια επιτροπή πόλης για τη μελέτη της οργάνωσης της προπαγάνδας και την επεξεργασία των πλάνων δουλειάς, για την έγκριση των σχεδίων και των προτάσεων των μεμονωμένων επιχειρήσεων και μεμονωμένων εργατών ακόμη και τελικά για τη γενική διεύθυνση όλου του κινήματος.»[37]

Η αποτελεσματικότητα που επέδειξαν τα εργατικά συμβούλια στην κινητοποίηση του εργατικού κινήματος περιγράφεται με γλαφυρότητα από τον Γκράμσι:

«Στις 13 Δεκέμβρη 1919 τα Εργοστασιακά Συμβούλια έδωσαν μια χειροπιαστή απόδειξη της ικανότητάς τους να καθοδηγούν μαζικά κινήματα σε πλατειά κλίμακα. Ύστερα από εντολή της Σοσιαλιστική οργάνωσης [της επιτροπής πόλης] τα Εργοστασιακά Συμβούλια κινητοποίησαν, χωρίς άλλη προειδοποίηση, στο διάστημα μιας ώρας εκατόν είκοσι χιλιάδες εργάτες, οργανωμένους κατά επιχειρήσεις. Μια ώρα αργότερα το ένοπλο προλεταριάτο κατακυλούσε σα χιονοστιβάδα μέχρι το κέντρο της πόλης και σάρωνε από τους δρόμους κι από τις πλατείες όλο το εθνικιστικό μιλιταριστικό σκυλολόι.»[38]

Το κίνημα του Τουρίνο, παρά τη δυναμική του, ηττήθηκε τελικά γιατί δεν κατάφερε να επεκταθεί σε εθνικό επίπεδο, επιβεβαιώνοντας έτσι με τραγικό τρόπο την εκτίμηση που είχε κάνει ο Τρότσκυ για την επανάσταση του 1905 στη Ρωσία (βλ. παραπάνω). 

Υπεύθυνοι για τον εγκλωβισμό του κινήματος ήταν το Σοσιαλιστικό κόμμα και η Γενική Συνομοσπονδία Εργασίας. Όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Γκράμσι: 

«Οι Ιταλοί καπιταλιστές διαθέσανε όλες τους τις δυνάμεις για να καταπνίξουν το εργατικό κίνημα του Τουρίνου. Όλα τα μέσα του αστικού Κράτους μπήκανε στην υπηρεσία τους, ενώ οι εργάτες στηρίζονταν μονάχα στον εαυτό τους για τη διεξαγωγή του αγώνα, χωρίς καμία βοήθεια ούτε από την ηγεσία του Σοσιαλιστικού κόμματος, ούτε από τη Γενική Συνομοσπονδία Εργασίας. Αντίθετα μάλιστα, οι καθοδηγητές του Κόμματος και της Συνομοσπονδίας χλευάζανε του Τουρινέζους εργάτες και κάνανε ότι ήτανε δυνατό για να απομακρύνουν τους Ιταλούς εργάτες και πολίτες από οποιαδήποτε επαναστατική δράση με την οποία οι τελευταίοι σκοπεύανε να εκδηλώσουν την αλληλεγγύη τους στους αδελφούς τους του Τουρίνου και να τους δώσουν μιαν αποτελεσματική βοήθεια».[39]

Ένας από τους καθοδηγητές του Σοσιαλιστικού κόμματος, όπως τους περιγράφει ο Γκράμσι, ήταν και ο Αμαντέο Μπορντίγκα, ο οποίος είχε έρθει σε ευθεία σύγκρουση με την ομάδα της εφημερίδας «Όρντινε Νουόβο», χαρακτηρίζοντας ρεφορμιστικά τα εργατικά συμβούλια και προτάσσοντας τη δική του λογική ανάδειξης του κόμματος στο μοναδικό επαναστατικό σώμα και στην αποκλειστική κινητήρια δύναμη για την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας. Η σύγκρουση αυτή μεταξύ της φράξιας του Μπορντίγκα και της συγγραφικής ομάδας της «Όρντινε Νουόβο» αποθάρρυνε τους εργάτες, οι οποίοι σχημάτισαν την εντύπωση ότι δεν υπήρχε κεντρική ηγεσία για τη διάχυση του επαναστατικού αναβρασμού πέραν των ορίων της πόλης.[40] 

Η πολιτική στάση και ο ρόλος αυτού του ανθρώπου, του Μπορντίγκα, θα αποδεικνυόταν καταστροφική για άλλη μια φορά στα γεγονότα που διαδέχτηκαν την Κόκκινη Διετία και αφορούσαν στην εξαιρετικά δυνατή και ελπιδοφόρα οργάνωση των Arditi del Popolo, η οποία, αν είχε την ανάλογη στήριξη από το Σοσιαλιστικό και το Κομμουνιστικό κόμμα, θα είχε συσπειρώσει όλους τους δημοκράτες και πατριώτες Ιταλούς απέναντι στη φασιστική λαίλαπα του Μουσολίνι.[41]

Ισπανικός εμφύλιος και κολεκτίβες, 1936-1939


Μέχρι το 1936 και το ξέσπασμα του Ισπανικού εμφυλίου τα Εργατικά Συμβούλια λειτουργούσαν κατά κύριο λόγο ως «όργανα προετοιμασίας των μαζών για εξέγερση και ως όργανα εξέγερσης» (ορολογία του Τρότσκυ, βλ. παραπάνω). Μόνο στις κολεκτίβες της Ισπανίας η αυτοδιαχείριση δοκιμάστηκε και στη σφαίρα της παραγωγής, φιλοδοξώντας να οργανώσει με βάση τις αρχές της αλληλεγγύης και της κοινότητας όλη την εθνική οικονομική ζωή.

Οι κολεκτίβες δημιουργήθηκαν όταν η δομή εξουσίας της Δημοκρατίας (Republic) της Ισπανίας εξασθένησε κάτω από την πίεση της φασιστικής επανάστασης του Φράνκο. Η δημοκρατική κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου αποδείχτηκε ανίκανη να αντιμετωπίσει την κατάρρευση της παραγωγής ένεκα του χωρισμού της χώρας στα δύο. Οι εργαζόμενοι, λοιπόν, υποκινούμενοι από το φόβο του πολέμου και της πείνας και καθοδηγούμενοι σ’ ένα μεγάλο βαθμό από την αναρχοσυνδικαλιστική συνομοσπονδία CNT, προχώρησαν στην κολεκτιβοποίηση της παραγωγής.

Η αξία των κολεκτίβων ήταν τέτοια που χωρίς αυτές η δημοκρατική κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου δεν θα άντεχε ούτε μερικές εβδομάδες. Απόδειξη αυτού είναι το γεγονός ότι «καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου (δυόμιση χρόνια), το σύνολο της πολεμικής βιομηχανίας στηρίχτηκε σε εργοστάσια που είχαν κολεκτιβοποιηθεί από τη CNT και την UGT». Επιπλέον «οι μοναδικοί σημαντικοί χρηματικοί πόροι που διέθετε η Δημοκρατία από τον Ιούλιο του 1936 ως τον Ιούλιο του 1937 προέρχονταν από τις εξαγωγές εσπεριδοειδών που παρήγαγαν οι κολεκτίβες της CNT και της UGT».[42]

Κολεκτίβες δημιούργησαν όλες οι οργανώσεις, ακόμα και το Κομμουνιστικό Κόμμα (Ariestoles, Cofites) και το POUM (Ραϊμάτ, Λέιδα). Σ’ αυτές συμμετείχαν 758 χιλιάδες άνθρωποι στον αγροτικό τομέα και 1,18 εκατομμύρια στη βιομηχανία, δηλαδή μίνιμουμ 1,938 εκατομμύρια εργαζομένων σ’ ένα σύνολο ενεργού πληθυσμού 5 εκατομμυρίων στο τμήμα της Ισπανίας που βρισκόταν κάτω από τον έλεγχο των Δημοκρατικών.[43]

Όμως τι ήταν οι κολεκτίβες και πως συνδέονται με την αυτοδιαχείριση; 

Οι κολεκτίβες που οργανώθηκαν από την CNT (την αναρχοσυνδικαλιστική συνομοσπονδία) ήταν είτε γεωργικές κοινότητες, είτε βιομηχανικές κοινότητες, είτε ολόκληροι κλάδοι εργασίας στο εσωτερικό μιας περιοχής (όπως η κολεκτίβα των ψαράδων στην Άντρα), στις οποίες οι εργαζόμενοι και οι κάτοικοι εφάρμοζαν οριζόντιες σχέσεις εργασίας, χωρίς εσωτερικές ιεραρχίες, με γνώμονα την παραγωγή για την ικανοποίηση των αναγκών της κοινότητας και την ανταλλαγή με άλλες κοινότητες όχι με σκοπό το κέρδος αλλά τη συνεργασία και την αλληλοϋποστήριξη.

Όπως είπαμε, όμως, κολεκτίβες δημιούργησαν όλες οι οργανώσεις και όχι μόνο η CNT. Συνεπώς παρατηρήθηκε μια απόκλιση μεταξύ του προσανατολισμού των διαφόρων κολεκτίβων, που απηχούσε στην ουσία την απόκλιση των αρχών και της ιδεολογίας κάθε οργάνωσης που στήριζε την κάθε κολεκτίβα. Δεν ίσχυαν δηλαδή σε όλες οι ίδιες αρχές. Για παράδειγμα υπήρχαν, ειδικά στην αρχή, τεράστιες μισθολογικές διαφορές μεταξύ των κολεκτίβων, κάτι που τροφοδοτούσε τον ανταγωνισμό και άρα την επιστροφή στις καπιταλιστικές σχέσεις ανταλλαγής και παραγωγής. Η CNT επιχείρησε να το αντιμετωπίσει στις δικές της κολεκτίβες θεσπίζοντας ένα συγκεκριμένο ενιαίο μισθολόγιο ανάλογα με την εξειδίκευση των εργαζομένων και το οποίο θα ίσχυε σε όλες τις κολεκτίβες της ανεξάρτητα αν ήταν αγροτικές ή βιομηχανικές.[44]

Οι εργαζόμενοι στις κολεκτίβες προσπάθησαν να αυξήσουν την παραγωγή μέσω της χρήσης λιπασμάτων και μηχανημάτων στον τομέα της γεωργίας και με έναν γενικότερο εξορθολογισμό της παραγωγικής διαδικασίας. Δυστυχώς οι συνεχείς βομβαρδισμοί, που προκαλούσαν διακοπές στο ρεύμα στα εργοστάσια, και η έλλειψη κάποιων βασικών πρώτων υλών δεν κατέστησαν πάντοτε δυνατή την προσπάθεια για την παραγωγική ανάπτυξη.[45]

Οι κολεκτίβες αποτέλεσαν επίσης και πολιτισμικά κέντρα, ανοίγοντας βιβλιοθήκες και σχολεία για να αντιμετωπίσουν το φαινόμενο του αναλφαβητισμού. Παρείχαν επιπλέον δωρεάν υγειονομική περίθαλψη και δικαίωμα σύνταξης στους ηλικιωμένους εργαζομένους. Εξαιρετικά προοδευτικό στοιχείο των κολεκτίβων ήταν ότι δεν υπήρχε στο εσωτερικό τους διαχωρισμός πολιτικός, καθώς σ’ αυτές μπορούσαν να συμμετέχουν άνθρωποι από όλο το δημοκρατικό φάσμα καθώς και μετανοημένοι εχθροί (πρώην φασίστες). Στον τομέα της ανταλλαγής με το μη-κολεκτιβοποιημένο κόσμο οι κολεκτίβες βασίζονταν σε μια συνομοσπονδία. Είχαν επίσης ένα κοινό ταμείο αλληλεγγύης για τη στήριξη των πιο αδύναμων κολεκτίβων.[46]

Ποια ήταν, όμως, τα προβλήματα των κολεκτίβων, τα οποία τελικά οδήγησαν και στην κατάπνιξή τους από το φασισμό; 

Θεμελιώδες υπήρξε το πρόβλημα της απομόνωσης που επέδειξαν κάποιες κολεκτίβες, οι οποίες, αγνοώντας «αυτιστικά» το πολεμικό περιβάλλον, περιχαρακώθηκαν στην κοινότητά τους, υιοθέτησαν μια λογική «συλλογικής αυτοεκμετάλλευσης» ή «νεοκαπιταλισμού», δηλαδή ασπάστηκαν τις αρχές της αγοράς, με αποτέλεσμα να προσπαθούν να ανταγωνιστούν και όχι να συνεργαστούν με άλλες κολεκτίβες, λειτουργώντας ακριβώς όπως μια κανονική επιχείρηση, που έχει απλά ως ιδιαιτερότητα πολλά αφεντικά αντί ενός (κάτι σαν τις μετοχικές εταιρείες ή σαν τους παραδοσιακούς συνεταιρισμούς). 

Το πρόβλημα αυτό στοιχειώνει τα πειράματα αυτοδιαχείρισης μέχρι και σήμερα (όπως θα περιγράψουμε παρακάτω) και οφείλεται στο γεγονός ότι ο νόμος της αξίας, ο θεμελιώδης νόμος του καπιταλισμού, με βάση τον οποίο οι επιχειρήσεις ανταγωνίζονται μεταξύ τους για τη διεκδίκηση καλύτερου μεριδίου στην αγορά, λειτουργεί, όχι μόνο σε εθνική αλλά και σε παγκόσμια κλίμακα, δρώντας ως συγκολλητική ουσία που φέρνει σε επαφή τα προϊόντα της εργασίας ανεξάρτητων παραγωγών. Παρακάτω, όταν θα αναλύουμε την περίπτωση της Αργεντινής θα επανέλθουμε αναλυτικότερα στο ζήτημα αυτό.

Κάποιες κολεκτίβες, πάντως, προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν, αρκετά επιτυχημένα μερικές φορές, την τάση αυτή επιστροφής στις παλιές σχέσεις παραγωγής και ανταλλαγής, μέσω σύναψης σχέσεων με τα συνδικάτα της βιομηχανίας και απειλώντας με διακοπή σε πρώτες ύλες τις κολεκτίβες εκείνες που απέκλιναν από την αρχή του κοινοτισμού και της συνεργασίας.[47]  

Τελικά, όμως, η απομόνωση και η περιχαράκωση κάποιων κολεκτίβων έφτασε στο σημείο να μετατραπεί, πολλές φορές, σε μια ανοιχτή απώθηση και άρνηση της πραγματικότητας του πολέμου, κάτι που οδήγησε σε καταστάσεις αυτοκτονικής ιδεοληψίας. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του γεγονότος που έλαβε χώρα στη Βαρκελώνη την 21η Ιουλίου του 1936, όπου ο πρόεδρος της Καταλονίας πρότεινε την παράδοση της εξουσίας στους ένοπλους εργάτες της περιοχής, οι οποίοι είχαν συντρίψει την αστική τάξη. Οι εργάτες αρνήθηκαν, γιατί όπως είπε ένας από τους αναρχικούς ηγέτες τους: 

«Θα μπορούσαμε να παραμείνουμε μόνοι, να επιβάλουμε την απόλυτη θέληση μας, να ακυρώσουμε το Καταλανικό κράτος, και να επιβάλλουμε την πραγματική εξουσία του λαού στη θέση του, αλλά δεν πιστεύαμε στη δικτατορία όταν ασκούνταν εναντίον μας, και δεν τη θέλαμε όταν θα μπορούσαμε να την ασκήσουμε οι ίδιοι εις βάρος άλλων».[48] 

Αναλογιζόμενοι την τελική έκβαση του πολέμου, την επικράτηση του Φράνκο μέσα σ’ ένα λουτρό αίματος και τη δικτατορία του τελευταίου μέχρι το 1975, δεν μπορούμε παρά να στιγματίσουμε τη στάση αυτών των αναρχικών ως το αποκορύφωμα της πολιτικής τύφλωσης και ως το απόγειο του κοινωνικού κρετινισμού.

Δεύτερο σφάλμα των κολεκτίβων ήταν ότι δεν κράτησαν λογιστικά στοιχεία για τη βέλτιστη οργάνωση της παραγωγής λόγω των περιορισμένων γνώσεων των συμμετεχόντων. Παρότι διεξήχθησαν εκπαιδευτικά σεμινάρια το πρόβλημα παρέμεινε καθότι το Κομμουνιστικό Κόμμα δεν στήριξε τη προσπάθεια. Το πρόβλημα αυτό της έλλειψης των απαραίτητων γνώσεων από την πλευρά των εργαζομένων που αποπειρώνται να διαχειριστούν μόνοι τους συλλογικά την παραγωγή είναι ένα ακόμη πρόβλημα που συναντάται και σήμερα και το οποίο θα σχολιάσουμε εκτενέστερα παρακάτω σε επόμενο κεφάλαιο.

Το κίνημα της αυτοδιαχείρισης στη Λατινική Αμερική


Ο καθηγητής και δημοσιογράφος Raul Zibechi εισάγει άψογα τον αναγνώστη στο περιβάλλον που επικρατεί στη Λατινική Αμερική τις τελευταίες δεκαετίες: 
«Μια ήπειρος σε συνεχή αναβρασμό, σε αλλαγή, σε κίνηση. Δύο δεκαετίες αλλεπάλληλων κρίσεων, λιτότητας και καταστολής. Δύο δεκαετίες στη διάρκεια των οποίων οι διαρθρωτικές αλλαγές που υπαγόρευσε η Συναίνεση της Ουάσινγκτον[49] επιχείρησαν να επιβάλουν ένα ιεραρχικό και αυταρχικό μοντέλο κοινωνίας. Παράλληλα, όμως, δύο δεκαετίες αντιστάσεων, λαϊκής οργάνωσης και κοινωνικών εκρήξεων που απονομιμοποίησαν το επιβαλλόμενο από τα πάνω μοντέλο. Οι ισχυροί τελικά δεν πέτυχαν το στόχο τους, να ελέγξουν δηλαδή και να χειραγωγήσουν τα λαϊκά στρώματα της ηπείρου μας προκειμένου να λεηλατήσουν τον πλούτο τους. Έχω την εντύπωση ότι βρισκόμαστε σε μια φάση ασταθούς ισορροπίας, που διαμορφώνεται από τρείς αποφασιστικούς παράγοντες: τις υπερεθνικές και τις τοπικές ελίτ, τις κυβερνήσεις που αγωνίζονται για να υπερβούν το νεοφιλελευθερισμό, και τα κοινωνικά κινήματα».[50]

Αργεντινή


Δύο δεκαετίες μνημονίων, δύο δεκαετίες λιτότητας, κρίσεων και καταστολής. Αυτό υφίσταται η Λατινική Αμερική από τη δεκαετία του ’90. 

Η Αργεντινή υπό μια έννοια, λοιπόν, δεν μπορούσε να αποτελέσει την εξαίρεση. Στη χώρα επιβλήθηκαν τα οικονομικά μέτρα του νεοφιλελευθερισμού με αποτέλεσμα να αλλάξει η παραγωγική διάρθρωση της χώρας, οδηγούμενη έτσι στο μαζικό κλείσιμο εργοστασίων και στο πέρασμα εκατομμυρίων εργαζομένων στην ανεργία. Από μια άλλη οπτική γωνία, όμως, η Αργεντινή είναι όντως ξεχωριστή όσον αφορά στο κοινωνικό κίνημα που αναπτύχθηκε ως αντίδραση στο νεοφιλελευθερισμό και το οποίο πήρε (από τους ίδιους τους εργαζόμενους που συμμετείχαν) την ονομασία «κίνημα των Ανακτημένων Επιχειρήσεων». 

Φυσικά, κινήματα αυτοδιαχείρισης αναπτύχθηκαν και σε άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής, όμως, πέρα από κάθε αμφιβολία, στην Αργεντινή πήραν τις πιο ευρείες διαστάσεις και απέκτησαν τα μεγαλύτερα ερείσματα στην κοινωνική ζωή. Όπως υποδηλώνει και το όνομα του κινήματος των «Ανακτημένων Επιχειρήσεων», οι εργάτες, εξωθούμενοι στην ανεργία που ισοδυναμεί με ακραία φτώχεια, καταλαμβάνουν την επιχείρηση που ο εργοδότης έχει κλείσει και επιχειρούν να ξεκινήσουν την παραγωγή για λογαριασμό τους μέσω μια δημοκρατικής συλλογικότητας. Και όταν λέμε δημοκρατική συλλογικότητα, εννοούμε μια οργάνωση που είτε προϋπήρχε, είτε δημιουργήθηκε για τις ανάγκες του αγώνα και στην οποία οι εργαζόμενοι αποφασίζουν από κοινού, χωρίς ιεραρχικές και πυραμιδικές δομές, την πορεία δράσης τους κατά τη φάση της κατάληψης και έπειτα τη διαχείριση της ίδιας της παραγωγής.

Οι συμμετέχοντες αποφάσισαν να ονομάσουν έτσι το κίνημα τους για να το διακρίνουν από τους συνεταιρισμούς που δρούσαν ως νομικώς καλυμμένες υπερεργολαβίες. Πολλοί εργοδότες, με τη σιωπηρή αποδοχή των αρχών, απέλυαν τους εργαζόμενούς τους και τους επαναπροσλάμβαναν στο συνεταιρισμό τους, στον οποίο έκαναν την ίδια δουλειά, χωρίς όμως ο ιδιοκτήτης να έχει την υποχρέωση να καταβάλλει εργοδοτικές εισφορές, ενώ παράλληλα μπορούσε να διώξει τον οποιοδήποτε υπάλληλο ανά πάσα στιγμή, λύνοντας το συμβόλαιό του με το συνεταιρισμό. Δεν μας κάνει εντύπωση, λοιπόν, που το κίνημα των  Αν.Επ. δεν ήθελε να έχει καμία επαφή με το συνεταιριστικό κίνημα, παρότι το τελευταίο ήταν παλιότερο και είχε ρίζες από το 19ο αιώνα.[51]

Αυτή τη στιγμή στη χώρα, σύμφωνα με τη μελέτη του Αντρές Ρουτζέρι, υπάρχουν 310 «Ανακτημένες Επιχειρήσεις από τους εργαζόμενούς τους» (εφεξής για συντομία, Αν.Επ.).[52] Η πορεία του κινήματος, αν και έχει σαφείς καταβολές στη δεκαετία του ’90, δεν έμεινε στατική αλλά ακολούθησε μια πορεία που αντιστοιχεί σε γενικές γραμμές στην οικονομική κατάσταση της χώρας. 

Έτσι ο κολοφώνας της ιστορικής του διαδρομής ήταν η μεγάλη κρίση του 2001-2003 που έπληξε τη χώρα και έφερε τη περονική κυβέρνηση Κίρχνερ στην εξουσία. Στην παγκόσμια κρίση του 2007-2009 το κίνημα δεν βρέθηκε σε ανάλογη έξαρση, ενώ η επέκτασή του επιταχύνθηκε στα χρόνια 2010-2013 (ανακτήθηκαν 64 επιχειρήσεις όλων των ειδών).

Η σχέση του κινήματος των Αν.Επ. με το κράτος κινήθηκε από μια στάση ουδέτερη στη φάση που το κράτος ακόμη ήταν αδύναμο λόγω της κρίσης του 2001-2003, πέρασε σε μια φάση ελαφρώς ευνοϊκή (ή μάλλον συγκεχυμένη) επί Νέστορ Κίρχνερ, κατά τη διάρκεια της οικονομικής και κοινωνικής ανασυγκρότησης, και κατέληξε σε μια στάση ανοιχτά εχθρική (ειδικά από τη κυβέρνηση του Μπουένος Άιρες) όταν η κρίση ξεπεράστηκε.[53]

Η απάντηση των συνδικάτων στις καταλήψεις των επιχειρήσεων ήταν τις περισσότερες φορές ανύπαρκτη, κάποιες άλλες αναποτελεσματική και σε κάποιες περιπτώσεις ανοιχτά στο πλευρό των εργοδοτών. Εξαιρέσεις συνδικάτων που στήριξαν ολόψυχα τις Αν. Επ. ήταν η UOM (Μεταλλουργική Εργατική Ένωση) και η Ομοσπονδία Τυπογράφων του Μπουένος Άιρες. Η αρνητική στάση των συνδικάτων οφείλεται στη γραφειοκρατική τους δομή και τη στενή τους σύνδεση με το κράτος, χαρακτηριστικά που απόκτησαν όντας μέρος του κινήματος του περονισμού. Γι’ αυτούς τους λόγους οι περισσότερες Αν. Επ. σήμερα δεν διατηρούν καμία οργανική σχέση με τα παλιά τους συνδικάτα, με εξαίρεση τα προαναφερθέντα.[54]

Τι προβλήματα αντιμετώπισαν οι Αν. Επ.; 

Τα κυριότερα από τα προβλήματα που βρήκαν μπροστά τους οι εργαζόμενοι των Αν.Επ. κατηγοριοποιούνται σε 4 ομάδες: 1) Έλλειψη κεφαλαίου κίνησης, 2) Απουσία νομικού πλαισίου για τη στήριξη των Αν.Επ., 3) Έλλειψη τεχνογνωσίας και ικανοτήτων management από τους εργαζομένους, 4) Επίδραση της υπάρχουσας τεχνολογίας και της υφιστάμενης οργάνωσης της εργασίας στη συνείδηση των εργαζομένων.

  • Απουσία κεφαλαίου κίνησης:

Αφού κατέλαβαν το εργοστάσιο ή την επιχείρηση, οι εργαζόμενοι πρέπει τώρα να προχωρήσουν στην επανέναρξη της παραγωγής. Σε πολλές περιπτώσεις εργοστασίων οι απερχόμενοι εργοδότες, κλείνοντας την επιχείρηση, είτε μεταφέρουν τον τεχνικό εξοπλισμό σε κάποιο άλλο σημείο, είτε καταστρέφουν όλα τα μέσα παραγωγής προκειμένου αυτή να παραμείνει κλειστή. Οι εργαζόμενοι σ’ αυτή, λοιπόν, ενώ φαινομενικά έχουν καταλάβει τα μέσα παραγωγής έρχονται μπροστά στο παράδοξο της έλλειψης αυτών στη πράξη. Επιπλέον αφήνουν ένα τεράστιο παθητικό στην επιχείρηση, από κομμένο ρεύμα και νερό έως δυσθεώρητα χρέη.

Σε κάθε περίπτωση μια Αν.Επ., ακόμα και αν η επιχείρηση είναι σε καλή κατάσταση -κάτι που σπάνια ισχύει- πρέπει καταρχάς να αντιμετωπίσει το σκόπελο της έλλειψης κεφαλαίου κίνησης, του χρηματικού ποσού εκείνου δηλαδή που απαιτείται για την αγορά πρώτων υλών και άλλων προμηθειών ώστε να λειτουργήσει εκ νέου η επιχείρηση. Το κράτος, όπως είδαμε, όντας από αδιάφορο έως εχθρικό (με την εξαίρεση ίσως της περιόδου του 2003) δεν δύναται και δεν επιθυμεί να διαθέσει το αναγκαίο κεφάλαιο για την έναρξη του παραγωγικού κύκλου.

Ομοσπονδίες και συνομαδώσεις Αν.Επ., μέσω ενός κοινού ταμείου, προσπαθούν να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα συνδράμοντας τις επιχειρήσεις που μόλις ξεκινούν. Το κίνημα, όμως, παρότι μαχητικό είναι ακόμα πολυδιασπασμένο ώστε τέτοιες λύσεις να είναι εφικτές. Επιπλέον, ακόμα και αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, θα αφορούσε επιχειρήσεις μικρές, ίσως και μεσαίες, ενώ απαγορευτικά θα ήταν τα κεφάλαια κίνησης για μια μεγάλη επιχείρηση.

Εξ ου και η ανάκτηση πολλών μικρών ή μεσαίων επιχειρήσεων (με μέσο όρο τους 30 εργαζομένους) και ελάχιστων μεγάλων επιχειρήσεων. Μια μεγάλη επιχείρηση απαιτεί τεράστια ποσά επένδυσης για την επανέναρξη της παραγωγής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η πρώην Gatic, στην οποία για να ξεκινήσει ξανά η παραγωγή (αθλητικών παπουτσιών) και να φτάσει στο 50% της παραγωγικής της δυνατότητας, απαιτούσε το 2004 μισό εκατομμύριο δολάρια.[55]

Η λύση στην οποία καταφεύγουν οι εργαζόμενοι είναι η λύση της παραγωγής φασόν. Σ’ αυτό το παραγωγικό σχήμα οι εταιρείες δουλεύουν για λογαριασμό τρίτου, ο οποίος τους προμηθεύει τις πρώτες ύλες ή το αναγκαίο κεφάλαιο και παίρνει το τελικό προϊόν για να το διαθέσει στην αγορά. Η παραγωγή φασόν είναι μια υπαναχώρηση του κινήματος σε περιόδους του παρελθόντος και δη στον 16ο-17ο αιώνα, όπου κυριαρχούσε η οικοτεχνική βιομηχανία, στην οποία ο έμπορος είχε μετατραπεί σε προαγοραστή (buyer up) - χονδρέμπορο και ο ανεξάρτητος τεχνίτης μετατράπηκε σε εξαρτημένο εργάτη χειροτεχνίας. Στην οικοτεχνική βιομηχανία ο έμπορος - προαγοραστής αγόραζε το σύνολο της παραγωγής του χειροτέχνη, ενώ αναλάμβανε ο ίδιος να τον προμηθεύσει με τις πρώτες ύλες (νήμα, μαλλί).[56]

Με το σχήμα της φασόν παραγωγής ουσιαστικά εξανεμίζεται κάθε αυταπάτη περί πραγματικού ελέγχου της παραγωγικής διαδικασίας από τους εργάτες. Ο υποτιθέμενος «πελάτης», ο οποίος προμηθεύει τις πρώτες ύλες και το κεφάλαιο κίνησης και απαιτεί το προϊόν της παραγωγής, δεν είναι τίποτα άλλο από ένα νέο αφεντικό και η «αυτοδιαχειριζόμενη» επιχείρηση μετατρέπεται σε «εξωτερικό» σκέλος της παραγωγής της εταιρείας στην οποία πουλά τις υπηρεσίες της. Ο ρυθμός και οι ώρες (η ένταση δηλαδή) της εργασίας, το τι θα παραχθεί, το πότε και αν θα μειωθούν οι μισθοί και τελικά το πού θα διατεθούν τα πλεονάσματα (κέρδη) της παραγωγής, υπαγορεύονται από τον «πελάτη» και το χρονοδιάγραμμα της παραγγελίας που έχουν αναλάβει. Αν δεν τα κάνει αυτά η Αν.Επ. τότε απλά, όπως κάθε άλλη επιχείρηση, θα πεταχτεί εκτός αγοράς από τις ανταγωνιστικές εταιρείες του ίδιου παραγωγικού κλάδου.[57]

Για να μπορέσει μια Αν. Επ. να αποκτήσει έναν, στοιχειώδη έστω, έλεγχο της παραγωγικής διαδικασίας πρέπει να δημιουργήσει με άλλες Αν.Επ. μια αξιακή αλυσίδα, δηλαδή μια αλληλουχία εταιρειών που να προσθέτει η κάθε μία αξία σε μια πρώτη ύλη μέχρι να παραχθεί το τελικό προϊόν και το οποίο θα διατεθεί στην αγορά (π.χ. εξαρτήματα αυτοκινήτων). Επίσης πρέπει να συνεργαστούν Αν. Επ. διαφορετικών μορφών κεφαλαίου (εμπορικό, χρηματικό, παραγωγικό κεφάλαιο).

Και πάλι, ακόμα και αν αγνοήσουμε την ανεπαρκή προς το παρόν κατάσταση του κινήματος, ο νόμος της αξίας, ο νόμος δηλαδή που επιβάλλει τον ανταγωνισμό μεταξύ των παραγωγικών μονάδων, θα συνεχίσει να επιδρά ακόμη και αν το σχήμα των Αν.Επ. οργανώσει όλη την εθνική παραγωγή. Όπως το έλεγε ο Μαρξ: 

«Ο βιομήχανος κεφαλαιοκράτης έχει μπροστά του πάντα την παγκόσμια αγορά, συγκρίνει και είναι υποχρεωμένος πάντα να συγκρίνει τις δικές του τιμές κόστους με τις τιμές της αγοράς όχι μονάχα της πατρίδας του, αλλά όλου του κόσμου».[58]

Απόδειξη αυτής της θέσης είναι η ίδια η περίπτωση της Σοβιετική Ένωσης, στο εσωτερικό της οποίας έπαψε να κυριαρχεί ο ανταγωνισμός, καθότι αντικαταστάθηκε από τον κεντρικό κρατικό σχεδιασμό, αλλά αυτό δεν εμπόδισε τους νόμους του κεφαλαίου να επιδράσουν σ’ αυτήν μέσω του ανταγωνισμού στους στρατιωτικούς εξοπλισμούς στον οποίο αναγκάστηκε να επιδοθεί για να αντιμετωπίσει τις Η.Π.Α. Αυτός ο εξωτερικά επιδρών ανταγωνισμός ανάγκασε τη Ρωσία να δώσει δυσανάλογα μεγάλο βάρος στην παραγωγή μέσων καταστροφής εις βάρος της παραγωγής καταναλωτικών αγαθών για την ευημερία του πληθυσμού.

Ο Άντον Πάνεκουκ, ένας από τους σημαντικότερους θεωρητικούς του ρεύματος που ονομάστηκε «Συμβουλιακός Κομμουνισμός» (από το εργατικό συμβούλιο), όταν τοποθετούνταν στο πρόβλημα υπέρβασης του ανταγωνισμού, έλεγε τα εξής: 

«Όταν οι εργάτες θα διευθύνουν τις μηχανές, θα τις χρησιμοποιήσουν για την παραγωγή όλων όσων χρειάζεται η ζωή της κοινωνίας. Αυτό θα γίνει εφικτό μόνο με το συνδυασμό όλων των εργοστασίων, ως επιμέρους μελών του ίδιου σώματος, σ’ ένα καλοοργανωμένο σύστημα παραγωγής».[59]

Η ένωση όλων των εργοστασίων της κοινωνίας είναι προϋπόθεση για τη διεύθυνση της παραγωγής από τους εργάτες. Δεδομένου ότι ο όρος «κοινωνία» είναι μια ιστορική κατηγορία, στην εποχή μας, στην εποχή δηλαδή της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, όπου έχει μεγιστοποιηθεί η οικονομική αλληλεπίδραση μεταξύ των κρατών, αποκτά περιεχόμενο που μπορεί να κατανοηθεί μόνο αν ιδωθεί σε παγκόσμιο επίπεδο, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά στα θέματα της οικονομίας. Συνεπώς η ρήση του Πάνεκουκ μας υπενθυμίζει ουσιαστικά ότι πραγματική αυτοδιαχείριση μέσα στο πλαίσιο του καπιταλισμού είναι αδύνατη. 

Στον καπιταλισμό μόνο συνεταιρισμούς μπορούν να φτιάξουν οι εργαζόμενοι καταλαμβάνοντας ένα εργοστάσιο ή μια επιχείρηση και για κανένα λόγο δεν μπορούμε να μιλάμε για συλλογική ιδιοκτησία του χώρου εργασίας τους. Οι εργαζόμενοι στην καλύτερη περίπτωση αρκούνται στον έλεγχο και όχι στην ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής. Ακριβώς όπως οι αγρότες στην φεουδαρχία που είχαν την κατοχή και ο φεουδάρχης είχε την κυριότητα των μέσων παραγωγής.

  • Νομική επισφάλεια:

Στην Αργεντινή δεν υπάρχει κάποιο νομικό πλαίσιο, πάνω στο οποίο μπορούν να στηριχτούν οι Αν.Επ. Η δικαστική εξουσία τάσσεται απέναντι στις Αν.Επ. ανακηρύσσοντας αντισυνταγματικές τις απαλλοτριώσεις των επιχειρήσεων και προχωρώντας στην εκποίηση της επιχείρησης ή/και εκδίωξη του προσωπικού της Αν.Επ. Αρνείται μάλιστα να αναγνωρίσει στην πράξη απαλλοτρίωσης της εγκαταλελειμμένης επιχείρησης μια βάση «δημοσίου» ή «κοινωνικού» συμφέροντος, αφού, κατά τους δικαστές, οι εργαζόμενοι κινούνται με καθαρά προσωπικό και ιδιοτελές κίνητρο για τη συλλογική εκμετάλλευση της επιχείρησης. «Είναι αρκετά προφανής η ιδεολογική στάση των δικαστών αυτών, οι οποίοι επιβάλλουν στους εργαζομένους – και στην κοινωνία ολόκληρη - το κριτήριο του οικονομικού ορθολογισμού, σύμφωνα με το οποίο η μεγιστοποίηση του κέρδους αποτελεί το πρωταρχικό και υπέρτατο κίνητρο οποιασδήποτε ανθρώπινης ύπαρξης στην οικονομική σφαίρα (η οποία για αυτούς φαίνεται να περικλείει την ολότητα της ανθρώπινης δραστηριότητας). Αγνοούν έτσι το γεγονός ότι πολλές Αν.Επ. φιλοξενούν ποικίλες κοινωνικές και πολιτιστικές δραστηριότητες οι οποίες υπερβαίνουν τα στενά όρια του προσπορισμού οικονομικών οφελών, πράγμα που θα ήταν αποκλειστική επιδίωξη της επιχείρησης αν παρέμενε υπό ιδιωτική διαχείριση».[60]

Οι Αν.Επ. ελλείψει σαφούς και ευνοϊκού νομοθετικού πλαισίου και φιλικά διακείμενης κυβέρνησης (τοπικής ή της ομοσπονδιακής) αναγκάζονται να υιοθετήσουν τη νομική μορφή του συνεταιρισμού, χωρίς, όπως είπαμε και παραπάνω, να ενστερνίζονται κατ’ ανάγκη τη συμβατική συνεταιριστική λογική. Με τη μορφή του εργατικού συνεταιρισμού επιδιώκουν να στοιχειοθετήσουν την εργασιακή συνέχεια από το δικαστήριο που κήρυξε τη πτώχευση. Έπειτα προχωρούν στην απαλλοτρίωση της ιδιοκτησίας και πιέζουν πολιτικά τη νομοθετική και εκτελεστική εξουσία, ώστε να αποφανθούν με γνώμονα το δικαίωμα στην εργασία και όχι με βάση το δικαίωμα της ατομικής ιδιοκτησίας.

  • Έλλειψη τεχνογνωσίας: 

Εδώ βρίσκουμε ξανά το πρόβλημα της έλλειψης τεχνογνωσίας που αντιμετώπισαν οι εργαζόμενοι στις κολεκτίβες κατά τον Ισπανικό εμφύλιο, μόνο που η αιτία εμφάνισής του είναι σαφώς διαφορετική.

 Όπως μας περιγράφει ο Ρουτζέρι: 

«Στις Αν.Επ. παραμένουν οι εργαζόμενοι εκείνοι που δεν έχουν άλλη επιλογή πέραν της παραμονής μέχρι τέλους, ενώ σε γενικές γραμμές αποχωρούν τα στελέχη που είναι υπεύθυνα για την πρόσβαση της εταιρείας στην αγορά».[61] 

Συνεπώς πολλές Αν. Επ. μένουν χωρίς εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό για τη διαχείριση της παραγωγής και για τη χάραξη στρατηγικών για τις πωλήσεις. Αντιμετωπίζοντας αυτό το πρόβλημα το Πανεθνικό Κίνημα Ανακτημένων Επιχειρήσεων στράφηκε στα πανεπιστήμια για την παροχή συμβουλών ή ακόμα και συμβούλων ως υπαλλήλους προκειμένου να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα των Αν. Επ. Επίσης διοργανώνονται σεμινάρια επιμόρφωσης για να εκπαιδευτούν οι ανειδίκευτοι εργάτες στα ζητήματα που απαιτεί η διεύθυνση μιας εταιρείας. Η δυσκολία που παρατηρείται σε πολλές Αν.Επ. των εργαζομένων να προσαρμοστούν στη νέα κατάσταση, εμπλουτίζοντας τις γνώσεις τους, οδηγεί πλειστάκις στην ψυχολογική παραίτηση και στην αναβίωση των γραφειοκρατικών-ιεραρχικών λογικών της ανάθεσης.

Για άλλη μια φορά, λοιπόν, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι χωρίς την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας από ένα κόμμα και την έναρξη από αυτό μιας εκπαιδευτικής εκστρατείας που θα αγκαλιάζει όλον τον πληθυσμό χωρίς διακρίσεις και αποκλεισμούς, δεν πρόκειται ποτέ να αρθεί ο καταμερισμός πνευματικής και χειρωνακτικής εργασίας, αποβαίνοντας εις βάρος της οικονομικής δημοκρατίας στο εσωτερικό της επιχείρησης.

  • Τεχνολογία, οργάνωση της εργασίας και συνείδηση των εργαζομένων: 

Πολλοί σοσιαλιστές επηρεάστηκαν έντονα από τις απόψεις του Ένγκελς και του Λένιν πάνω στα ζητήματα της τεχνολογίας, της οργάνωσης και της διοίκησης της εργασίας. 

Να τι έγραφε ο Ένγκελς: 

«Ας πάρουμε για παράδειγμα ένα κλωστήριο βαμβακιού. Το βαμβάκι πρέπει να περάσει τουλάχιστον από έξι διαδοχικές επεξεργασίες προτού αποκτήσει τη μορφή τού νήματος. Οι επεξεργασίες αυτές γίνονται - στο μεγαλύτερό τους μέρος - σε διάφορες αίθουσες. Χώρια απ’ αυτό χρειάζονται, για να λειτουργούν τα μηχανήματα, διπλωματούχοι μηχανικοί, για να επιβλέπουν τις ατμομηχανές, μηχανουργοί για τρέχουσες επιδιορθώσεις και πολλοί ανειδίκευτοι εργάτες πού μεταφέρουν τα προϊόντα από τη μια αίθουσα στην άλλη κλπ. Όλοι αυτοί οι εργάτες άντρες, γυναίκες και παιδιά, είναι υποχρεωμένοι ν' αρχίζουν και να τελειώνουν τη δουλειά τους μιαν ορισμένη ώρα πού την ορίζει το κύρος του ατμού, που δε δίνει μια δεκάρα για την ατομική αυτονομία… Τουλάχιστον για τις ώρες εργασίας μπορούμε να γράψουμε πάνω απ' την είσοδο αυτών των εργοστασίων. Lasciate ogni autonomia, voi che entrate! [Σεις που μπαίνετε εδώ μέσα αφήστε κάθε ιδέα για αυτονομία]. Αν ο άνθρωπος υπόταξε τις δυνάμεις της φύσης με τη βοήθεια της επιστήμης και της εφευρετικής μεγαλοφυΐας, όμως κι αυτές εκδικούνται υποβάλλοντας τον, στο βαθμό πού τις υποτάσσει στην υπηρεσία του, σ' έναν αληθινό δεσποτισμό, πού είναι ανεξάρτητος από κάθε κοινωνική οργάνωση. Το να θέλουμε να καταργήσουμε το κύρος στη μεγάλη βιομηχανία είναι σαν να θέλουμε να καταργήσουμε την ίδια τη βιομηχανία, είναι σαν να θέλουμε να καταστρέψουμε την ατμοκίνητη νηματουργία και να γυρίσουμε πίσω στο ροδάνι».[62]
Ο, δε, Λένιν έλεγε τα εξής: 

«Ο Ρώσος είναι ένα κακός εργάτης σε σχέση με αυτούς των ανεπτυγμένων χωρών. Δεν θα μπορούσε να ήταν διαφορετικά κάτω από το τσαρικό καθεστώς και με δεδομένη την διατήρηση των καταλοίπων από τη σκλαβιά. Το καθήκον που η Σοβιετική κυβέρνηση πρέπει να αναθέσει στους ανθρώπους σε όλο του το εύρος είναι – να μάθουν να δουλεύουν. Το Τεϊλορικό σύστημα, η τελευταία λέξη του καπιταλισμού από αυτή την άποψη, όπως και όλη η καπιταλιστική πρόοδος, είναι ένας συνδυασμός της εκλεπτυσμένης βαρβαρότητας της αστικής εκμετάλλευσης και ενός συνόλου από τα μεγαλύτερα επιστημονικά επιτεύγματα στο πεδίο της ανάλυσης των μηχανικών κινήσεων κατά τη διάρκεια της εργασίας, η εξάλειψη των περιττών και αδέξιων κινήσεων, η ανάπτυξη των σωστών μεθόδων εργασίας, η εισαγωγή του καλύτερου συστήματος λογιστικής και ελέγχου, κτλ... Πρέπει να οργανώσουμε στη Ρωσία τη μελέτη και την διδασκαλία του Τεϊλορικού συστήματος και να το δοκιμάσουμε συστηματικά και να το προσαρμόσουμε στους δικούς μας σκοπούς».[63]

Από τα παραπάνω αποσπάσματα προκύπτει μια θεώρηση της τεχνολογίας και της οργάνωσης της εργασίας ως ουδέτερων και ευέλικτων δυνάμεων που μπορούν κάλλιστα να χρησιμοποιηθούν κάτω από οποιεσδήποτε παραγωγικές σχέσεις, χωρίς να τις επηρεάζουν. Στην πραγματικότητα δεν είναι ακριβώς έτσι τα πράγματα.

Ας πάρουμε για παράδειγμα το Τεϊλορικό σύστημα (ή αλλιώς «επιστημονικό μάνατζμεντ») που επικαλείται ο Λένιν. Σκεφτείτε έναν εργάτη υπό καθεστώς Τεϊλορισμού να κάνει ένα συγκεκριμένο και περιορισμένο αριθμό και είδος κινήσεων όλη την εργάσιμη μέρα, κάθε εργάσιμη μέρα, όλο το χρόνο, για όλη ή για ένα μεγάλο μέρος της ζωής του. Μόνο ένας ελαφρά αυτιστικός, πάσχων από Asperger, θα μπορούσε να λατρέψει μια τέτοια δουλειά.[64] 

Έπειτα η κανονικοποίηση της παραγωγής στο Τεϊλορικό σύστημα αποξενώνει τον εργάτη από το προϊόν της εργασίας του, αποτρέποντάς τον να νιώσει παραγωγός - δημιουργός. Ο Τεϊλορισμός κατακρεουργεί και «αλλοτριώνει» (σύμφωνα με την ορολογία του Μαρξ) την ψυχολογία του εργάτη. Ο εργάτης αρχίζει να νιώθει άχρηστος και όσο περνάνε τα χρόνια η αντίληψη αυτή παγιώνεται μέχρι το σημείο που γίνεται μη-αναστρέψιμη. Επίσης, μην ακονίζοντας τη σκέψη του, μιας και ο Τεϊλορισμός δεν επιτρέπει πρωτοβουλίες και μη προγραμματισμένες παρεμβάσεις, ο εργάτης αποβλακώνεται. [65] Με τον τρόπο αυτό διαιωνίζεται το ιδεολόγημα περί ανθρώπων δύο κατηγοριών. Κάποιων οξυδερκών και «φύσει» ικανών στη διεύθυνση και κάποιων «εκ φύσεως» προορισμένων να ακολουθούν τυφλά εντολές. 

Ο Τεϊλορισμός, λοιπόν, δεν ήταν καθόλου ουδέτερος. Δημιουργήθηκε από τον καπιταλισμό και υπηρετούσε μόνο αυτόν.

Πέραν αυτού μακροπρόθεσμα αποδείχτηκε και αναποτελεσματικός στην ίδια την προσπάθεια του καπιταλισμού για την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας. Ακριβώς επειδή ήταν απάνθρωπος δεν μπορούσε να αξιοποιήσει στο μάξιμουμ τις δυνατότητες του ανθρώπου. Αυτό σταδιακά το ανακάλυψαν οι καπιταλιστές και άρχισαν να δίνουν μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων και σκέψης στους εργαζομένους, προτρέποντάς τους να προτείνουν τρόπους για τη βελτίωση της παραγωγικής διαδικασίας προκειμένου να γίνει πιο αποδοτική. 

Κάπως έτσι γεννήθηκε και ο Τογιοτισμός, η καπιταλιστικά επαγόμενη και ελεγχόμενη «αυτοδιαχείριση» που ξεκίνησε από την Toyota. Καμία σχέση φυσικά με την αυτοδιαχείριση που μελετάμε εδώ, καθώς όπως τόνισα, ο όρος απλά δείχνει μια μεγαλύτερη συμμετοχή των εργαζομένων στην οργάνωση της παραγωγής με γνώμονα πάντα τη μεγιστοποίηση του κέρδους και χωρίς να έχουν λόγο σε οτιδήποτε άλλο. Θα μπορούσε να την αποκαλέσει κανείς νεοφιλελεύθερη εκδοχή της «αυτοδιαχείρισης».

Οι Αν. Επ., κατά συνέπεια, πρέπει να εξετάσουν τρόπους για την προσαρμογή της τεχνολογίας και της οργάνωσης της παραγωγής στο δημοκρατικό και εξισωτικό τρόπο λειτουργίας της επιχείρησης. Στην κατεύθυνση αυτή οι Νοβάις και Νταγκινίνο προτείνουν την «Κοινωνικοτεχνική Προσαρμογή» (εφεξής ΚΤΠ), η οποία εμπεριέχει αλλαγές από το στοιχειώδες επίπεδο ελέγχου της επιχείρησης από τους εργαζομένους μέχρι το ανώτατο και πιο εξελιγμένο επίπεδο της δημιουργίας νέας τεχνολογίας σχεδιασμένης και προσαρμοσμένης στις απαιτήσεις της αυτοδιαχειριζόμενης παραγωγής. Με την ΚΤΠ στοχεύουν στο μετασχηματισμό του «συνόλου των κοινωνικοοικονομικών και περιβαλλοντικών παραγόντων που συγκροτούν τη σχέση μεταξύ επιστήμης, τεχνολογίας και κοινωνίας».[66] 

Προφανώς τα ανώτερα επίπεδα της δημιουργίας νέας τεχνολογίας από την ΚΤΠ μπορούν να επιτευχθούν, αν όχι σε μια κοινωνία χωρίς καπιταλιστικές σχέσεις, τουλάχιστον αφότου ένα δημοκρατικό κόμμα γεννημένο από τους κόλπους κινημάτων όπως αυτό των Αν.Επ., το οποίο θα διέπεται από τις ίδιες αρχές (ισότητα, οριζοντιότητα, δημοκρατία, κ.ο.κ), θα καταλάβει την κυβερνητική εξουσία και θα χρηματοδοτήσει την έρευνα προς αυτή την κατεύθυνση.

Βενεζουέλα


Η Βενεζουέλα, όπως και η υπόλοιπη Λατινική Αμερική, έχει υποφέρει εδώ και δεκαετίες από τις συνέπειες των πολιτικών του νεοφιλελευθερισμού. Το ισοπεδωτικό κύμα των πολιτικών της λιτότητας, που ξεκίνησε στη χώρα στις αρχές της δεκαετίας του ’80, ανακόπηκε με την άνοδο του Τσάβεζ στην εξουσία το 1999. Η Βενεζουέλα επί Τσάβεζ αποτέλεσε έναν πραγματικό φάρο στον αγώνα των λαών της ηπείρου για δημοκρατία, ελευθερία, εθνική ανεξαρτησία και κοινωνική χειραφέτηση.

Το 1999 η κυβέρνηση Τσάβεζ, στηριζόμενη στο νέο σύνταγμα που η ίδια προώθησε, κήρυξε την «Μπολιβαριανή Επανάσταση», μέσω της οποίας εφαρμόστηκαν εκτεταμένες μεταρρυθμίσεις για την παραγωγική ανασυγκρότηση και τον εκδημοκρατισμό της χώρας. Το 2005 η «Μπολιβαριανή Επανάσταση» αναβιβάστηκε ενσωματώνοντας επιπλέον μέτρα για τη μετάβαση στον «Σοσιαλισμό του 21ου αιώνα».

Το κίνημα της αυτοδιαχείρισης στη χώρα μπορεί να μην είναι τόσο κραταιό όσο αυτό της Αργεντινής, όμως παραμένει μοναδικό γιατί δρα και αναπτύσσεται με την κυβέρνηση της χώρας αρωγό και καθοδηγητή της προσπάθειάς του. 

Μάλιστα ο ίδιος ο Τσάβεζ είχε δημόσια δηλώσει ότι επηρεάστηκε βαθύτατα από το βιβλίο «Beyond Capital» του μεγάλου Ούγγρου θεωρητικού, Ιστβάν Μεζάρος, από τον οποίο έμαθε να εκτιμά την αξία της αυτοδιαχείρισης στον αγώνα για την επικράτηση έναντι του καπιταλισμού. Όταν ένας πολιτικός ηγέτης, όπως ο Τσάβεζ ,του οποίου η δράση αποτελεί ορόσημο για τους δημοκρατικούς αγώνες των λαών μια ολόκληρης ηπείρου, επιλέγει ανοιχτά να γνωστοποιήσει τη θεωρία που θα χρησιμοποιήσει ως οδηγό για την πολιτική που θα εφαρμόσει, τότε αξίζει να ασχοληθεί κανείς με το ζήτημα αυτό πιο επισταμένα.

Αναλυτικότερα, λοιπόν, ο Μεζάρος στο 19ο κεφάλαιο του έργου του «Beyond Capital: Toward a Theory of Transition» αναπτύσσει το συλλογισμό του για το «κοινοτικό σύστημα» (communal system), έχοντας ως αφετηρία κυρίως τα γραπτά των Μαρξ-Ένγκελς που θα παραθέσω παρακάτω. 

Συγκεκριμένα ο Μαρξ στα Grundrisse, όταν περιέγραφε το είδος εργασίας στην κομμουνιστική κοινωνία σε αντιδιαστολή με την εργασία στο καπιταλισμό, έγραφε τα εξής: 

«Όπως και αν έχει το πράγμα, το κεφάλαιο έχει δημιουργήσει μια μεγάλη ποσότητα διαθέσιμου χρόνου, έξω από το χρόνο της αναγκαίας εργασίας για την κοινωνία γενικά και για κάθε τομέα της ιδιαίτερα, με άλλα λόγια, ένα περιθώριο χρόνου για την ανάπτυξη όλων των παραγωγικών δυνάμεων του κάθε ατόμου και επομένως και της κοινωνίας… Αλλά, αν και η τάση του είναι να δημιουργεί πάντοτε διαθέσιμο χρόνο, τον μετατρέπει σε υπερεργασία… Οι εργατικές μάζες οφείλουν επομένως να ιδιοποιηθούν οι ίδιες την υπερεργασία τους. Όταν γίνει αυτό, ο διαθέσιμος χρόνος παύει να έχει αντιθετικό χαρακτήρα… Γι’ αυτό [στον Κομμουνισμό] δεν θα μετράει πια ο χρόνος εργασίας τον πλούτο, αλλά ο διαθέσιμος χρόνος… Η οικονομία [αποταμίευση - εξοικονόμηση] του χρόνου εργασίας σημαίνει αύξηση του ελεύθερου χρόνου, δηλαδή του χρόνου που χρησιμεύει στην πλέρια ανάπτυξη του ατόμου, πράγμα που επιδρά με τη σειρά του στην παραγωγική δύναμη της εργασίας και την αυξάνει».[67]

Συνεπώς στον κομμουνισμό θα αξιοποιηθούν πλήρως τα επιτεύγματα της επιστήμης, τα οποία, όταν θα εφαρμοστούν στην παραγωγή, θα μειώσουν την αναγκαία (καταναγκαστική κοινωνική) εργασία και θα αυξήσουν τον ελεύθερο χρόνο των ανθρώπων ώστε αυτοί να κάνουν ότι επιθυμούν. Αυτό το κάνει ήδη (από το μεσοπόλεμο κιόλας) η αυτοματοποιημένη παραγωγή, μειώνει δηλαδή το χρόνο εργασίας όπως και την ανάγκη σε ανθρώπινο δυναμικό. Στον καπιταλισμό, όμως, που ο χρόνος εμπορευματοποιείται και μεταφράζεται σε κέρδη και χρήμα (και για την ακρίβεια αποτελεί την πηγή τους), ο ελεύθερος χρόνος δεν μπορεί παρά να μετατρέπεται σε λιγότερες ώρες επικερδούς εργασίας για τον εργαζόμενο και η μικρότερη ανάγκη ανθρώπων που θα δουλεύουν διαστρεβλώνεται σε ανεργία. 

Απαιτείται συνεπώς μια επανάσταση των απαλλοτριωμένων για την ανάκτηση του κλεμμένου χρόνου εργασίας τους και την υλοποίηση των οραμάτων του Ηφαίστου (όπως έλεγε και ο Αριστοτέλης μιλώντας για τους όρους κατάργησης της δουλείας).

Η επανάσταση αυτή, η «πραγματική κίνηση που καταργεί τη σημερινή κατάσταση πραγμάτων», ο κομμουνισμός, για τους Μαρξ-Ένγκελς μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο παγκόσμια, μονομιάς και ταυτόχρονα. Ιδού τι έγραφαν στο κοινό τους έργο με τίτλο «Γερμανική Ιδεολογία»: 

«Εμπειρικά ο κομμουνισμός είναι δυνατός μονάχα σαν πράξη των κυρίαρχων λαών μονομιάς και ταυτόχρονα, πράγμα που προϋποθέτει την παγκόσμια ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και την παγκόσμια επικοινωνία που συνδέεται με τον κομμουνισμό».[68] 

Ο Μεζάρος ξεκινώντας από τις παραπάνω αποστροφές των Μαρξ-Ένγκελς, αναγνωρίζει φυσικά την ύπαρξη του προλεταριάτου «μονάχα παγκόσμια - ιστορικά» και ότι συνεπώς «ο κομμουνισμός, η δραστηριότητα του προλεταριάτου, μπορεί να έχει μονάχα μια “παγκόσμια – ιστορική” ύπαρξη»[69], αλλά παράλληλα παρατηρεί τα εξής: 

«Παρ’ όλα αυτά, ακόμα και αν η πλήρης υλοποίηση αυτού του οράματος – που προϋποθέτει την ανάγκη ενός παγκόσμιου μετασχηματισμού - μπορεί να πάρει πολύ καιρό, τα πρακτικά βήματα που απαιτούνται για την προώθηση στην οραματισμένη κατεύθυνση μπορούν να ακολουθηθούν από οποιαδήποτε μετα-επαναστατική κοινωνία, ακόμα και σε ένα σχετικά περιορισμένο περιβάλλον, χωρίς να περιμένουν τη ριζική ανατροπή των υφιστάμενων σχέσεων εξουσίας μεταξύ του κεφαλαίου και της εργασίας σε παγκόσμια κλίμακα.»[70]

Ο Τσάβεζ εκκινώντας από τις παραπάνω θεωρητικές (και αναγκαστικά αφηρημένες) κατευθύνσεις προσπάθησε να πάρει μέτρα στην κατεύθυνση του επαναστατικού μετασχηματισμού της κοινωνίας, στηρίζοντας ολόθερμα και σθεναρά μεταξύ άλλων το κίνημα της αυτοδιαχείρισης, και, βλέποντας πάντα την επανάσταση ως μια διαρκή και παγκόσμια διαδικασία, προσπάθησε να συνάψει σχέσεις αλληλεγγύης κυρίως με τις άλλες μετα-επαναστατικές χώρες της Λατινικής Αμερικής και όχι μόνο.

Επί Τσάβεζ, λοιπόν, το συνεταιριστικό κίνημα άνθισε, αποκτώντας διαστάσεις που δεν είχε πάρει ποτέ στο παρελθόν της Βενεζουέλας. Το 2001 η διαδικασία δημιουργίας συνεταιρισμών απλοποιήθηκε δραστικά, ενώ παράλληλα οι νέοι συνεταιρισμοί απέκτησαν πρόσβαση στην κρατική βοήθεια, είτε με τη μορφή δανείων, είτε με τη μορφή συμβολαίων. Μέχρι το 2009 οι συνεταιρισμοί έφτασαν τους 73.968, στους οποίους συμμετείχαν περίπου 2 εκατομμύρια συνεταιριστές, το προϊόν των οποίων συνέβαλε στο 2% του ΑΕΠ της χώρας.[71]

Όπως και στην Αργεντινή έτσι και στη Βενεζουέλα οι συνεταιρισμοί, ακόμα και αν στα λόγια υιοθετούσαν τη συνεργασία με την κοινότητα για την ικανοποίηση πρωτίστως των κοινωνικών αναγκών και όχι για τη μεγιστοποίηση του κέρδους, στην πράξη οι περισσότεροι ενστερνίστηκαν τη λογική του κεφαλαίου και κινήθηκαν ως μεμονωμένες, ανταγωνιστικές μεταξύ τους, εταιρείες, που έχουν πολλούς, αντί για έναν, ιδιοκτήτες. 

Όλες, δε, οι προσπάθειες της κυβέρνησης να εισαγάγουν «απ’ έξω» τη λογική της κοινοτικής παραγωγής στο συνεταιριστικό κίνημα, μέσω της εκπαίδευσης των συνεταιριστών, είχαν ελάχιστη επιτυχία.

Το 2005 η κυβέρνηση, βλέποντας τα αδιέξοδα της συνεταιριστικής λογικής, ξεκίνησε ένα διαφορετικό σχέδιο βάσει του οποίου θα σχηματιζόταν μια νέα νομική μορφή εταιρείας, με το όνομα «Εταιρείες Κοινωνικής Παραγωγής» (εφεξής ΕΚΠ). Οι ΕΚΠ λάμβαναν ιδιαίτερα ευνοϊκή μεταχείριση από το κράτος, μέσω προτεραιότητας στα κρατικά συμβόλαια και μέσω δανειακής ενίσχυσης. Υποχρέωση των ΕΚΠ ήταν καταρχάς ότι μέρος των κερδών έπρεπε να επενδύεται στην κοινότητα (και όχι μόνο σε νέους παραγωγικούς κύκλους), έπειτα όφειλαν να υιοθετήσουν ένα εργατικό αυτοδιαχειριστικό σχήμα και τέλος έπρεπε να βοηθούν με κάθε τρόπο άλλες ΕΚΠ προκειμένου να φτιαχτούν παραγωγικές αλυσίδες. Το σχέδιο των ΕΚΠ απέτυχε, μιας και μέχρι το 2007 οι περισσότερες εταιρείες καταχωρούνταν ως ΕΚΠ μόνο και μόνο για να πάρουν την κρατική επιχορήγηση χωρίς να ανταποκρίνονται σε καμία από τις άλλες απαιτήσεις που αναφέρθηκαν παραπάνω (αλληλεγγύη, ισότητα, ικανοποίηση ανθρώπινων αναγκών κ.ο.κ).[72]

Το 2007 η πολιτική ηγεσία της Βενεζουέλας στράφηκε σε μια νέα λύση. Βασίστηκε στα υπάρχοντα «Κοινοτικά Συμβούλια» (Consejos Comunales), τα οποία ουσιαστικά είναι αμεσοδημοκρατικές οργανώσεις των κατοίκων γειτονιών ή και ευρύτερων περιοχών (χωριών, πόλεων κ.ο.κ), προκειμένου να αναλάβουν αυτά τη δημιουργία των ΕΚΠ. Τα «Κοινοτικά Συμβούλια» εκλέγουν τους εργάτες της ΕΚΠ, ενώ το εξειδικευμένο δυναμικό (μηχανικοί, managers, κ.ο.κ) το παρέχει το κράτος χωρίς περαιτέρω αξιώσεις ελέγχου της επιχείρησης. Το εγχείρημα των «Κοινωνικών Εργοστασίων», όπως ονομάστηκαν οι νέες αυτές ΕΚΠ οι βασισμένες στα «Κοινοτικά Συμβούλια», αποδείχτηκε πολύ πιο πετυχημένο από τα προηγούμενα, αποδεικνύοντας ότι το ζήτημα της αυτοδιαχείρισης, παρά τις αντικειμενικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει, δεν είναι μια εξ ορισμού καταδικασμένη υπόθεση.[73]

Όπως ήταν αναμενόμενο, δεδομένου ότι καμία άρχουσα τάξη στην ιστορία δεν παραδίδει την εξουσία της οικιοθελώς, υπήρξαν τεράστιες αντιδράσεις μετά την άνοδο του Τσάβεζ στην κυβέρνηση και μετά την εφαρμογή πολιτικών, όπως οι παραπάνω, που έχουν ως απροκάλυπτο στόχο τον κοινωνικό μετασχηματισμό εις βάρος του κεφαλαίου και προς όφελος της εργασίας. Το 2002 οι ελίτ της Βενεζουέλας αποπειράθηκαν να κάνουν ένα στρατιωτικό coup detat, το 2002-2003 πραγματοποίησαν μαζικές εργοδοτικές απεργίες (lockout) και το 2004 πραγματοποίησαν δημοψήφισμα για την καθαίρεση του Τσάβεζ. Σ’ όλα αυτά απέτυχαν και αποδυναμώθηκαν αισθητά.

Ο Τσάβεζ εκμεταλλεύτηκε την αδυναμία τους αυτή και αντεπιτέθηκε. Στην επίθεση του Τσάβεζ αιχμή του δόρατος από πολλές απόψεις υπήρξε η στήριξη των εργατών και δη η δυνατότητα που έδινε το σύνταγμα του 1999 για τη νομιμοποίηση των απαλλοτριώσεων. Πολύ απλά όποιος εργοδότης απειλούσε τη κυβέρνηση και δεν συμμορφωνόταν με τους στρατηγικούς της στόχους θα υφίστατο την έξωση από την εταιρεία από τους εργαζομένους του. Αυτό διακηρύχτηκε και δημόσια όταν η Υπουργός Εργασίας Maria Cristina Iglesias παρότρυνε τα συνδικάτα και τους πρώην εργαζομένους να «ανακτήσουν» τις μη-παραγωγικές επιχειρήσεις.[74]

Φαινομενικά αναπάντεχα το momentum του Τσάβεζ και του κινήματος ανάκτησης και αυτοδιαχείρισης χάθηκε όταν το κίνημα των απαλλοτριώσεων επιχειρήσεων που είχαν βάλει λουκέτο αποδείχτηκε κατώτερο των περιστάσεων και των προσδοκιών. Το κράτος, παρά τις διακηρύξεις και τη στήριξη του Προέδρου της Βενεζουέλας, δεν βοήθησε τους εργάτες να αντιμετωπίσουν τους εργοδότες. Το γεγονός αυτό φέρνει στην επιφάνεια μια ακόμη σταθερά των κοινωνικών αγώνων: Μια επαναστατική κυβέρνηση, δεδομένου ότι η κυβερνητική εξουσία δεν ταυτίζεται με την κρατική, θα αναγκαστεί, αν θέλει να μείνει πιστή στους στρατηγικούς της στόχους, να αντιμετωπίσει, πέραν των ξένων ιμπεριαλιστών και των υπερεθνικών κέντρων εξουσίας, εκτός από τη ντόπια ελίτ, έναν υπό μία έννοια πολύ χειρότερο εχθρό, τη γραφειοκρατία.

Ο Τσάβεζ είχε να αντιμετωπίσει ένα τέτοιο γραφειοκρατικό μηχανισμό όταν εξαπέλυσε την επίθεση του ενάντια στους επίδοξους σφετεριστές της λαϊκής εξουσίας. Και ενώ τη ντόπια αστική τάξη την είχε καθυποτάξει, τη γραφειοκρατία του κράτους εκείνη τη στιγμή δεν μπόρεσε να την καταβάλει. Για πολύ καιρό στα μάτια των υποστηρικτών του, ο Τσάβεζ, φαινόταν να έχει μείνει μόνος και πολιτικά απομονωμένος σε ό,τι αφορούσε στη στήριξή του στα κινήματα αυτοδιαχείρισης. Το πελώριο πολιτικό του ανάστημα, όμως, φάνηκε ακριβώς σε εκείνες τις δύσκολες ώρες, όταν οποιοσδήποτε κατώτερος και πιο αδύναμος πολιτικός θα είχε υποχωρήσει ξεπουλώντας τις αρχές του και τα οράματά του, αυτός αντιστάθηκε και έλεγε δημόσια ότι ο πιο αξιόπιστος σύμμαχος κατά της γραφειοκρατίας και της διαφθοράς είναι ο εργατικός έλεγχος.

Καταληκτικά για τη Βενεζουέλα πρέπει να αναφερθούμε στην περίπτωση της Inveval. Η εταιρεία αυτή που αρχικά είχε το όνομα CNV, έφτιαχνε βαλβίδες για την βιομηχανία του πετρελαίου και ήταν εγκατεστημένη στην πολιτεία Miranda. Η CNV έκλεισε στις μεγάλες εργοδοτικές απεργίες του 2002-2003 και όταν αυτές ηττήθηκαν ξανάνοιξε αξιώνοντας από τους εργάτες επαναπρόσληψη με πολύ μικρότερους των αρχικών μισθούς και χωρίς να καταβάλει αποζημιώσεις στους απολυμένους εργάτες. Η κυβέρνηση απαίτησε την επαναπρόσληψη όλων των εργαζομένων με βάση τα αρχικά συμβόλαια. Η εταιρεία αρνήθηκε, οπότε και τον Απρίλιο του 2005 απαλλοτριώθηκε με προεδρικό διάταγμα. Η CNV μετονομάστηκε σε Inveval και έγινε μετοχική εταιρεία με 51 % κρατική ιδιοκτησία και 49% ιδιοκτησία των υπαλλήλων. Παρά την πλειοψηφία στο μετοχικό πακέτο της εταιρείας το κράτος δεν συμμετέχει στο διοικητικό συμβούλιό της, προκειμένου να μην αλλοιώσει το αυτοδιαχειριστικό σχήμα της επιχείρησης. Κάθε απόφαση για τα θέματα της εταιρείας λαμβάνεται συλλογικά σε εβδομαδιαία βάση. Αν είναι εξαιρετικά κομβική για την πορεία της εταιρείας στέλνεται και στο αρμόδιο υπουργείο για έγκριση.

Το εξαιρετικά ελπιδοφόρο με την Inveval που την καθιστά άξια ειδικής αναφοράς, είναι η, πετυχημένη μέχρι τώρα, προσπάθεια των εργαζομένων, με την αρωγή του κράτους, να ξεπεραστεί ο καταμερισμός της εργασίας (πνευματικής - χειρωνακτικής) ο οποίος εμπειρικά έχει φανεί ότι, αν δεν αντιμετωπιστεί, οδηγεί στην επανεμφάνιση των καπιταλιστικών λογικών. Αυτή η προσπάθεια πήρε τη μορφή εκπαιδευτικών προγραμμάτων που ξεκινούν από τις 04.00 το απόγευμα και αφορούν σε θέματα κοινωνικά, οικονομικά, τεχνικά, διοίκησης κ.ο.κ. Η προσπάθεια είναι κατά το ήμισυ οργανωμένη από τους ίδιους τους εργαζομένους και κατά το άλλο μισό επικουρούμενη από το κράτος μέσω του ιδρύματος INCES. Το αποτέλεσμα είναι το 2006, μόλις μετά από ένα χρόνο, οι εργαζόμενοι, πλην του προέδρου και κάποιων συντονιστών της παραγωγής, να αναλαμβάνουν ένα μεγάλο εύρος καθηκόντων εκ περιτροπής.[75]

Βραζιλία


Το κίνημα της αυτοδιαχείρισης στη Βραζιλία έλκει την καταγωγή του από την άνοδο της αλληλέγγυας οικονομίας τη δεκαετία του 1990, ως απάντηση στη βαρβαρότητα του νεοφιλελευθερισμού. Το κίνημα για την αλληλέγγυα οικονομία, με τη σειρά του, μαζί με άλλα κινήματα (για το «νέο συνδικαλισμό», το «κίνημα των ακτημόνων εργατών κ.α.), είναι συνέχεια μιας μεγάλης παράδοσης λαϊκών αγώνων που ξεκινούν από το 16ο αιώνα (π.χ. η κοινότητα των πρώην σκλάβων Palmares Quilombo) και οι οποίοι έφτασαν στο αποκορύφωμά τους την εποχή του Joao Goulart (1962-1964). Η κίνηση αυτή των λαών προς ολοένα και περισσότερα δικαιώματα και μεγαλύτερη δημοκρατία διακόπηκε από τη δικτατορία του 1964, την οποία στήριξαν και καθοδήγησαν οι ΗΠΑ και την υλοποίησαν οι συντηρητικοί στρατηγοί των ενόπλων δυνάμεων της χώρας (π.χ. Amaury Kruel ). Αυτό είναι το ιστορικό πλαίσιο ανάπτυξης των σύγχρονων δημοκρατικών κινημάτων αυτοδιαχείρισης και των «ανακτημένων εργοστασίων».

Η αυτοδιαχείριση στη Βραζιλία, σε γενικές γραμμές, δεν παρουσιάζει κάποια ιδιαιτερότητα σε σχέση με τα αντίστοιχα κινήματα των άλλων χωρών της Λατινικής Αμερικής, καθότι αφενός δεν έχει την δυναμική αυτού της Αργεντινής, αφετέρου το κράτος (ή τουλάχιστον η κυβέρνηση) δεν το στηρίζει όπως στη Βενεζουέλα. Αντιμετωπίζει τις ίδιες ακριβώς δυσκολίες με τα κινήματα που περιγράφηκαν παραπάνω (έλλειψη κεφαλαίου κίνησης, εχθρότητα ή αδιαφορία από το κρατικό εποικοδόμημα, «δύναμη της συνήθειας» όσον αφορά στις καπιταλιστικές λογικές, έλλειψη τεχνογνωσίας, ισχνή στήριξη από τα ριζοσπαστικά κόμματα, απουσία σαφούς νομοθετικού πλαισίου). Το μόνο στοιχείο που την διαφοροποιεί είναι η στήριξη που επιδεικνύουν τα συνδικάτα στην προσπάθεια των εργαζομένων να ανακτήσουν τις επιχειρήσεις τους.

Το μεγαλύτερο συνδικάτο στην Βραζιλία, το CUT (Unified Workers Central), από την πρώτη στιγμή στήριξε την ανάκτηση από τους εργαζομένους των εργοστασίων που έκλειναν καθώς και συμμετείχε σε συζητήσεις για την διαμόρφωση εναλλακτικών στρατηγικών δημιουργίας θέσεων εργασίας. Το CUT, το 1999, δημιούργησε επίσης την υπηρεσία ADS, η οποία προσφέρει πιστωτική και τεχνική βοήθεια σε συλλογικότητες που θέλουν να ξεκινήσουν έναν συνεταιρισμό. Την ίδια χρονιά (1999) οι συνεταιρισμοί των μεταλλουργών, με τη βοήθεια των συνδικάτων, έφτιαξαν τον συνεταιρισμό UNISOL, με στόχο, μεταξύ άλλων, να αντιμετωπίσει τους «coopercats», τους συνεταιρισμούς δηλαδή που χρησιμοποιούσαν τις νομικές δυνατότητες του συνεταιρισμού για να διαλύσουν τις εργασιακές σχέσεις (βλ. συνεταιρισμοί-υπεργολαβίες). Ο UNISOL επεκτάθηκε σε όλη τη χώρα και στις γραμμές του περιλαμβάνει 280 συνεταιρισμούς, από τους οποίους οι 25 είναι «ανακτημένα εργοστάσια». Άλλα μικρότερα συνδικάτα στήριξαν το κίνημα των «ανακτημένων εργοστασίων», μέσω της δημιουργίας ιδρυμάτων για την προώθηση της αυτοδιαχείρισης και της αλληλέγγυας οικονομίας (βλέπε ίδρυμα ANTEAG).[76]

Το σύνολο των «ανακτημένων εργοστασίων» στη Βραζιλία φτάνει στον αριθμό 70, στα οποία δουλεύουν περίπου 10.000 εργάτες και εργάτριες. Τα ανακτημένα αυτά εργοστάσια εντοπίζονται γεωγραφικά κυρίως στη νότια και στη νοτιοανατολική Βραζιλία, όπου είναι και οι πιο βιομηχανικές περιοχές της χώρας. Οι κύριοι οικονομικοί τομείς όπου συναντώνται «ανακτημένα εργοστάσια» είναι κυρίως η βιομηχανία, η εξόρυξη μεταλλευμάτων και οι υπηρεσίες. Ο κύριος όγκος των «ανακτημένων επιχειρήσεων» είναι μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις, οι οποίες πριν την ανάκτηση βρίσκονταν είτε στα πρόθυρα, είτε είχαν ήδη χρεοκοπήσει και οι οποίες έχουν παμπάλαια μηχανήματα ηλικίας 50 χρόνων.[77]

Σε αντίθεση με την Αργεντινή, οι περισσότερες «ανακτημένες επιχειρήσεις» στη Βραζιλία δεν προτίμησαν την εξίσωση των αποδοχών των εργαζομένων του ίδιου χώρου εργασίας, ανεξαρτήτως εξειδίκευσης και θέσης.[78] Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι ο όρος «αυτοδιαχείριση» στη Βραζιλία (όπως και στην Αργεντινή) χρησιμοποιείται για να περιγράψει τόσο την αλλαγή στο καθεστώς ιδιοκτησίας, όσο και τον δημοκρατικό τρόπο λήψης των αποφάσεων στο χώρο δουλειάς. Συνεπώς πολλοί συνεταιρισμοί – coopercats (υπερεργολαβίες) διατείνονται ότι είναι και αυτοδιαχειριζόμενα ή/και ανακτημένα εργοστάσια, βασιζόμενα στην αλλαγή μόνο του πρώτου σκέλους, αυτού της ιδιοκτησίας.

Τέλος οι εργάτες των «ανακτημένων εργοστασίων» διακατέχονται από ένα χαμηλό επίπεδο πολιτικοποίησης, γεγονός που φρενάρει την ενοποίηση των εγχειρημάτων αυτοδιαχείρισης και κατ’ επέκταση την μετουσίωση τους σε πολιτικό κίνημα για την άσκηση πίεσης στην εκτελεστική και νομοθετική εξουσία.[79]

Συμπεράσματα και προοπτικές


Επομένως τι συμπεράσματα εξάγουμε από την παραπάνω αφήγηση;

Αρχικά ενδιαφέρον έχει η παρατήρηση του David Harvey ότι τα περισσότερα από τα κινήματα αυτοδιαχείρισης απέτυχαν γιατί μεταξύ άλλων περιχαρακώθηκαν στη μονάδα παραγωγής και δεν ενώθηκαν με το προλεταριάτο που χτίζει τις πόλεις (χτίστες, οικοδόμοι). Επίσης μας θυμίζει ότι οι παραδοσιακοί αγώνες των βιομηχανικών εργατών είχαν πολύ ευρύτερη βάση γιατί συνδέονταν οργανικά με την κοινότητα. Έτσι το κίνημα του Τουρίνο, που ανέφερα παραπάνω, δεν θα είχε την ίδια δυναμική αν δεν υπήρχαν τα «Σπίτια του Λαού» στην κοινότητα. Προτείνει, λοιπόν, την ένταξη των εργατικών αγώνων για τον έλεγχο του χώρου εργασίας τους σε ένα ευρύτερο κίνημα για την ανάκτηση των πόλεων κατά τα πρότυπα της Παρισινής Κομμούνας ή πιο πρόσφατα του Έλ Άλτο από το οποίο ξεκίνησε η επανάσταση στη Βολιβία που ανέδειξε τον Μοράλες και τον Λινέρα στην εξουσία το 2005.[80]

Έπειτα έγινε σαφές ότι η αυτοδιαχείριση αντιμετωπίζει απροσμέτρητες δυσκολίες, ορισμένες από τις οποίες είναι και ανυπέρβλητες εντός του υφιστάμενου πλαισίου κοινωνικών σχέσεων. Η κυβέρνηση της Βενεζουέλας, η πιο φιλικά προσκείμενη κυβέρνηση παγκοσμίως στο ζήτημα της αυτοδιαχείρισης, μετά από 16 χρόνια, δεν έχει καταφέρει ακόμα να υλοποιήσει το όραμα του Τσάβεζ για μια κοινωνία «πέρα από το κεφάλαιο». Αυτό δεν πρέπει να μας κάνει να απογοητευόμαστε και να παραιτούμαστε. 

Ο Μαρξ είχε πει τα εξής σχολιάζοντας την ήττα της Παρισινής Κομμούνας: 

«Η εργατική τάξη δεν περίμενε τίποτα θαύματα από την Κομμούνα. Δεν πρόκειται να θεσπίσει με δημοψήφισμα τίποτα σταθερές και έτοιμες ουτοπίες. Ξέρει ότι, για να πραγματοποιήσει την ιδέα της, την απελευθέρωση και μαζί της εκείνη την ανώτερη μορφή ζωής προς την οποία τείνει ακαταμάχητα η σημερινή κοινωνία, μέσω της οικονομικής της ανάπτυξης, οφείλει η εργατική τάξη να περάσει από μακρόχρονους αγώνες και από μια ολόκληρη σειρά από ιστορικές διαδικασίες που θα αλλάξουν ολότελα τους ανθρώπους και τις συνθήκες. Δεν χρειάζεται να πραγματοποιήσει τίποτα ιδανικά, αλλά να απελευθερώσει μονάχα τα στοιχεία της νέας κοινωνίας που αναπτύχθηκαν ήδη στους κόλπους της καταρρέουσας αστικής κοινωνίας».[81]

Δεν πρέπει να περιμένουμε θαύματα, λοιπόν, από μια κυβέρνηση, δεδομένου ότι η νίκη των αγώνων για ένα καλύτερο κόσμο προϋποθέτει καταρχάς μεγάλο χρονικό διάστημα, παγκόσμια εξάπλωση και τέλος αλλαγή του ίδιου μας του εαυτού μαζί με τις συνθήκες και το περιβάλλον που μας περιβάλλει. 

Αυτή η διαλεκτική σχέση του ανθρώπου με τις συνθήκες που τον πλαισιώνουν, φαίνεται καθαρά στην περίπτωση, για παράδειγμα των νέων συνεταιριστών στην Αργεντινή. Μόλις καταλάβουν το εργοστάσιο και περάσουν στην παραγωγή αναγκάζονται, για τους λόγους που εκθέσαμε παραπάνω, να πάρουν τη νομική μορφή του συνεταιρισμού. Αμέσως μπαίνει το πρώτο πρόβλημα που άπτεται της ταυτότητας. Είναι εργαζόμενος, είναι συνεταιριστής ή είναι αυτοδιαχειριστής. Λόγω του αρνητικού βάρους που φέρνει το συνεταιριστικό κίνημα είναι λογική η απόρριψη της αντίστοιχης ταυτότητας. Όμως γιατί όχι αυτοδιαχειριστής; Γιατί επιμένουν να αυτοαποκαλούνται εργαζόμενοι, δηλαδή ως αυτοί που εργάζονται με σχέση εξαρτημένης εργασίας;

Γιατί πολύ απλά το κεφάλαιο μαθαίνει στον εργάτη έναν μοναδικό τρόπο να εκτελεί την εργασία του (ακόμη και όταν μιλάμε για τον Τογιοτισμό), τον εκπαιδεύει σε μια συγκεκριμένη μορφή οργάνωσής της, του εμπεδώνει στο ίδιο του το είναι την ταυτότητα του εργάτη, ώστε να είναι ανίκανος έστω και να σκεφτεί πέραν του κόσμου που του έχει πλάσει το κεφάλαιο. Έτσι, όσο πιο πολλά χρόνια δούλευε κάποιος κάτω από τις επιταγές του κεφαλαίου, τόσο πιο δύσκολο είναι να δει τον εαυτό του κάτι άλλο από εργάτη. Η δουλειά του τον έχει απορροφήσει και είναι η μοναδική του ταυτότητα. Η ταυτότητα του εργάτη μπορεί να είναι η μοναδική όμως δεν είναι ούτε μόνιμη, ούτε απρόσβλητη από την αλλαγή των συνθηκών. 

Μόλις, λοιπόν, αρχίσει το «ανακτημένο εργοστάσιο» την παραγωγή υπό εργατικό έλεγχο, μπαίνουν επί τάπητος τα πρώτα προβλήματα, όπως προαναφέραμε. Ο παλιός εργάτης, ακόμα και αν είναι μαέστρος στην παραγωγή, δεν ξέρει τίποτα για τη διαχείριση του εμπορεύματος (εμπορική προώθηση, αγορά πρώτων υλών, πώληση, διανομή, σχεδιασμό, λογιστική καταγραφή, κ.ο.κ.). Οι νέες συνθήκες, λοιπόν, τον κάνουν να ασχοληθεί με ένα εύρος πραγμάτων και καθηκόντων για να επιβιώσει και όχι πια μόνο με την παλιά μονότονη επαναλαμβανόμενη και εξειδικευμένη εργασία του. Η παλιά αποστεωμένη ταυτότητα του εργάτη κλονίζεται και δίνει τη θέση της σε ένα νέο υποκείμενο που ανακτά τη χαμένη του σχέση με το αντικείμενο της εργασίας του και νιώθει ότι για πρώτη φορά στη ζωή του είναι δημιουργός.

Αυτή η διαδικασία δεν είναι γραμμική. Πολλές φορές οι εργάτες δεν καταφέρνουν να ξεπεράσουν την υπάρχουσα κατάστασή τους και μοιρολατρικά αποσύρονται από την προσπάθεια (βλ. χαμηλή πολιτικοποίηση στην Βραζιλία). Άλλες φορές αποδεικνύονται εξαιρετικά ανθεκτικοί και αποφασισμένοι με αποτέλεσμα να επιδίδονται σε συνεχείς αγώνες για να προσαρμοστούν στη νέα πραγματικότητα (βλ. Inveval στη Βενεζουέλα).

Ο John Holloway γράφει σχετικά: 

«Η μορφή της αξίας, η μορφή του χρήματος, η μορφή του κεφαλαίου, η μορφή του κράτους κ.λπ. δεν εδραιώθηκαν άπαξ διά παντός στις απαρχές του καπιταλισμού. Αντίθετα, αποτελούν αντικείμενο συνεχούς προβληματισμού, τίθενται αδιάκοπα υπό αμφισβήτηση ως μορφές κοινωνικών σχέσεων, διαρκώς εδραιώνονται και επανεδραιώνονται (ή δεν επανεδραιώνονται) μέσα από την πάλη. Οι μορφές κοινωνικών σχέσεων είναι διαδικασίες διαμόρφωσης κοινωνικών σχέσεων… Η ύπαρξή μας ενάντια-στο-κεφάλαιο αποτελεί την αναπόφευκτη και διαρκή άρνηση της ύπαρξής μας μέσα-στο – κεφάλαιο. Και αντίστροφα, η ύπαρξη μας μέσα-στο-κεφάλαιο (ή, σαφέστερα, η αφομοίωσή μας από το κεφάλαιο) αποτελεί τη συνεχή άρνηση της εξέγερσής μας ενάντια στο κεφάλαιο».[82]

Όλη η ιστορία των κοινωνικών αγώνων και δη το πρόσφατο παράδειγμα της Βενεζουέλας έχει δείξει ότι κεντρικό ρόλο στην «διαρκή» διαδικασία «άρνησης της ύπαρξής μας μέσα στο κεφάλαιο» παίζει το κράτος. Ο Holloway μας προτρέπει να μην στοχεύουμε στην κατάληψη της εξουσίας, αλλά στην κατάλυση της εξουσίας.[83] 

Η θέση του αυτή (η σχετική με την κατάληψη της εξουσίας) είναι καταφανώς λανθασμένη και τελικά αντιφατική σε σχέση με τα όσα περιέγραψε παραπάνω σχετικά με τις μορφές των κοινωνικών σχέσεων ως διαδικασιών. Οφείλεται προφανώς στην περιορισμένη κατανόησή του για το τι τελικά είναι κράτος.

Ο αντιπρόεδρος του πολυεθνικού κράτους της Βολιβίας, Αλβάρο Γκαρσία Λινέρα ρίχνει φως στο σύνθετο ζήτημα του κράτους: 
«Κράτος είναι η κυβέρνηση, οι θεσμοί, ο δικαστικός τομέας, ο τομέας επιβολής του νόμου, ο διοικητικός τομέας. Κράτος είναι επίσης οι θεσμοί στο χώρο του πολιτισμού που έχουν οποιαδήποτε κρατική οργάνωση, η πολιτιστική πολιτική, το σύστημα πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, το σύστημα σχολικής εκπαίδευσης… Όμως, κατά δεύτερο λόγο, το κράτος δεν είναι μόνο αυτό. Το κράτος είναι επίσης ιδέες, λέξεις, σύμβολα, μνήμες. Παραδείγματος χάρη, είναι μέρος του κράτους, συναποτελεί την κρατική τάξη, το σύνολο των τρόπων με τους οποίους οι άνθρωποι θυμόμαστε την Ιστορία μέσω του εκπαιδευτικού συστήματος. Πώς κατανοούμε το παρελθόν μας. Πώς αξιολογούμε θετικά ή αρνητικά τους ήρωες μας, τους κυβερνήτες μας, τους απελευθερωτές μας… Αλλά επίσης [το κράτος] είναι πεποιθήσεις… Διαμορφώνει στα παιδιά, στους νέους, στην καθημερινή ζωή, στην εργασία και στους θεσμούς, ηθικά σχήματα της ζωής, της κοινωνίας, ηθικά σχήματα αυτού που θα πρέπει να είναι το μέλλον».[84]

Μόνο καταλαμβάνοντας το κράτος το κόμμα μπορεί να ξεκινήσει μια εκστρατεία για την αλλαγή των σχέσεων κυριαρχίας στο σχολείο, στο χώρο εργασίας, στο πανεπιστήμιο, στο δικαστικό σύστημα, στα υπουργεία, στο νομικό σύστημα κ.ο.κ. Μέσω του κράτους μπορούμε να αλλάξουμε την αντίληψη που έχει ο πολίτης για τον κόσμο, την κοσμοθεωρία του. 

Συνεπώς η κατάληψη του κράτους είναι η αναγκαία συνθήκη για το μετασχηματισμό της κοινωνίας και την οικοδόμηση ενός νέου κόσμου. Είναι η απόλυτα βασική προϋπόθεση για τη ριζική και μαζική αντιστροφή στις διαδικασίες διαμόρφωσης των κοινωνικών σχέσεων στην κατεύθυνση της χειραφέτησης του ανθρώπου από τα δεσμά του κεφαλαίου. 

Τα κινήματα αυτοδιαχείρισης ουσιαστικά δημιουργούν ρωγμές στον καπιταλισμό, τις οποίες η πολιτική τους έκφραση, το κόμμα, πρέπει μέσω της συντριπτικής δύναμης του κράτους να τις ανοίξει διάπλατα μέχρι να θρυμματιστεί το ίδιο το σύστημα. Χωρίς το κράτος τα κινήματα αυτοδιαχείρισης, όπως είδαμε και από τα εμπειρικά δεδομένα, είναι καταδικασμένα. Αλλά και χωρίς τα δημοκρατικά κινήματα αυτοδιαχείρισης δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά η γραφειοκρατία και η διαφθορά, όπως επέμενε πεισματικά και δικαίως, ο Τσάβεζ. Τέλος τόσο το κράτος, όσο και τα κινήματα πρέπει να ενταχθούν σε ένα διεθνές πολιτικό και κοινωνικό ρεύμα για την εξεύρεση μιας εναλλακτικής στη λειτουργία του καπιταλιστικού νόμου της αξίας σε ολόκληρη την παγκόσμια αγορά.




Παραπομπές



[1] Γιάννης Φωτίου. «Αντιδράσεις για τη «νέα εποχή» καθώς η διοίκηση Ταγματάρχη κόβει το πρόγραμμα των εργαζομένων». Εφημερίδα «Πριν», ηλεκτρονική έκδοση. 28/06/2015.

[2] Donny Gluckstein. «Workers’s councils in Europe. A Century of Experience». Στο συλλογικό τόμο με τίτλο «Ours to Master and to Own. Workers’ Control from the Commune to the Present», Εκδόσεις Haymarket Books, 2011. Σελίδα 38.

[3] Jafar Suryomenggolo. «Workers’ control in Java, Indonesia, 1945-1946». Στο συλλογικό τόμο με τίτλο «Ours to Master and to Own. Workers’ Control from the Commune to the Present», Εκδόσεις Haymarket Books, 2011. Σελίδες 210-227.

[4] Αντρές Ρουτζέρι. «Οι Ανακτημένες Επιχειρήσεις της Αργεντινής. Καταλαμβάνουμε, Αντιστεκόμαστε, Παράγουμε». Εκδόσεις «Οι εκδόσεις των συναδέλφων» και «Ακυβέρνητες Πολιτείες», 2014.  Σελίδα 74.

[5] Frank Mintz. «Αναρχοσυνδικαλισμός και Αυτοδιαχείριση στην Ισπανία. Κριτική Ανάλυση 1931-1990». Εκδόσεις Καινά Δαιμόνια. Σελίδα 113.
Αποδείξεις για την θέση αυτή θα βρει κανείς κατάσπαρτες σε όλη την σχετική βιβλιογραφία. Ενδεικτικά:
·                Στην Ισπανία το 1936, μέσα στο πόλεμο, οι εργάτες και οι αγρότες της χώρας συμμετείχαν και οργανώθηκαν στις κολεκτίβες λόγω της έλλειψης ηλεκτρισμού, της υψηλής ανεργίας και των πανάκριβων προϊόντων απόρροια κυρίως του πολέμου και της αδυναμίας της κεντρικής δημοκρατικής κυβέρνησης του Λαϊκού Μετώπου να αντιμετωπίσει τη κατάρρευση της παραγωγής ένεκα του χωρισμού της χώρας στα δύο. Βλέπε σχετικά Andy Durgan. « Workers’ Democracy in the Spanish Revolution, 1936-1937». Στο συλλογικό έργο «Ours to Master and to Own. Workers’ Control from the Commune to the Present», Εκδόσεις Haymarket Books, 2011. Σελίδες 152, 157. Frank Mintz. «Αναρχοσυνδικαλισμός και αυτοδιαχείριση στην Ισπανία. Κριτική ανάλυση 1931-1990.» Εκδόσεις Καινά Δαιμόνια. Σελίδες 35-36.
·                Στη Πολωνία οι εργάτες είχαν υποστεί απίστευτη καταπίεση από τη γραφειοκρατική διοίκηση της χώρας, η οποία εμπόδιζε την ανάπτυξη της παραγωγικών δυνάμεων ανακόπτοντας τον εκσυγχρονισμό της τεχνολογίας στα εργοστάσια, πλήρωνε ένα δημόσιο χρέος με το υστέρημα των εργαζομένων και βάσιζε την ανάπτυξη της παραγωγής στην εντατικοποίηση της εργασίας (αύξηση του ρυθμού και των ωρών εργασίας) εξαθλιώνοντας τους εργάτες. Οι συνθήκες αυτές αποτέλεσαν το εκρηκτικό μείγμα το οποίο πυροδοτήθηκε από τη θρυαλλίδα της επικείμενης (2ης ) στρατιωτικής επέμβασης του σοβιετικού στρατού γεννώντας την εποποιία του κινήματος εργατικής αυτοδιαχείρισης των μεγάλων επιχειρήσεων της Πολωνίας το 1981. Βλέπε σχετικά Zbigniew Marcin Kowalewski. « Give Us Back Our Factories ! Between Resisting Exploitation and the Struggle for Workers’ Power in Poland, 1944-1981» στο συλλογικό τόμο με τίτλο «Ours to Master and to Own. Workers’ Control from the Commune to the Present», Εκδόσεις Haymarket Books, 2011. Σελίδες  199 – 205.

[6] Ανδρέας Σκαμπαρδώνης. «Μαρξισμός, Αναρχισμός και Αυτοδιαχείριση». Εκδόσεις Παρασκήνιο, 2000.

[7] Καρλ Μαρξ. «Ο Εμφύλιος Πόλεμος στη Γαλλία». Εκδόσεις Θεμέλιο, 2014. Σελίδες 99-100.

[8] Όπως παραπάνω. Σελίδα 105.

[9] Ο όρος αυτός χρησιμοποιήθηκε από τον Καρλ Μαρξ και τον Φρήντριχ Ένγκελς στο «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος» και ειδικότερα στο κεφάλαιο με τίτλο «Προλετάριοι και Κομμουνιστές» για να καταδείξει με σαφήνεια το καθήκον της εργατικής τάξης στη προσπάθεια της για τη κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας.

[10] Φρίντριχ Ένγκελς. Εισαγωγή στο  έργο «Ο Εμφύλιος Πόλεμος στη Γαλλία» του Καρλ Μαρξ. Εκδόσεις Θεμέλιο, 2014. Σελίδα 26.

[11] Καρλ Μαρξ. «Ο Εμφύλιος Πόλεμος στη Γαλλία». Εκδόσεις Θεμέλιο, 2014. Σελίδα 94.

[12] Β.Ι. Λένιν. «Κράτος και Επανάσταση». Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 2007. Σελίδα 54.

[13] Καρλ Μαρξ. «Ο Εμφύλιος Πόλεμος στη Γαλλία». Εκδόσεις Θεμέλιο, 2014. Σελίδα 140.

[14] Καρλ Μαρξ. «Κριτική του Προγράμματος της Γκότα». Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», 2010. Σελίδα 23. Ο όρος «συνεταιρισμένοι παραγωγοί» αναφέρεται από τον Μαρξ στο «Κεφάλαιο». Τόμος Τρίτος. Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», 1978. Σελίδα 1007.

[15] Leon Trotsky. «The Soviet and the Revolution». 1907

[16] V.I. Lenin. «All Power to the Soviets! ». Lenin Collected Works, Progress Publishers, 1977, Moscow, Volume 25, Σελίδες 155-156.

[17] David Mandel. «Εργοστασιακές επιτροπές και εργατικός έλεγχος στην Πετρούπολη το 1917». Εκδόσεις red marks, 2017. Σελίδες 89, 92.

[18] Όπως παραπάνω. Σελίδες 25-26.


[19] Όπως παραπάνω. Σελίδα 54.

[20] Όπως παραπάνω. Σελίδα 22. 

[21] Όπως παραπάνω. Σελίδα 43.

[22] Όπως παραπάνω. Σελίδα 46.

[23] Όπως παραπάνω. Σελίδες 34-35.

[24] Όπως παραπάνω. Σελίδες 28-29.

[25] Όπως παραπάνω. Σελίδες 47-48. 

[26] Όπως παραπάνω. Σελίδες 29-30. 

[27] Όπως παραπάνω. Σελίδες 29-30.

[28] Όπως παραπάνω. Σελίδα 67.

[29] Όπως παραπάνω. Σελίδες 70-71.

[30] Victor Serge. «Year One of the Russian Revolution». Κεφάλαιο "From Serfdom to Proletarian Revolution", 1972.  

[31] David Mandel. «Εργοστασιακές επιτροπές και εργατικός έλεγχος στην Πετρούπολη το 1917». Εκδόσεις red marks, 2017. Σελίδες 32, 55, 75-76.

[32] Όπως παραπάνω. Σελίδες 65-66, 73-74.

[33] Όπως παραπάνω. Σελίδες 44, 70-71. 

[34] Leon Trotsky. «The History of the Russian Revolution». Volume 3 «The Triumph of The Soviets». Chapter «The Αrt of Ιnsurrection».

[35] Αντόνιο Γκράμσι. «Τα Εργοστασιακά Συμβούλια και το Κράτος της Εργατικής Τάξης». Εκδόσεις Στοχαστής, 1975. Σελίδες 291-292.

[36] Όπως παραπάνω.  Σελίδες 300-301.

[37] Όπως παραπάνω.  Σελίδες 301-302.

[38] Όπως παραπάνω.  Σελίδα 303.

[39] Όπως παραπάνω.  Σελίδα 292.

[40] Pietro Di Paola. «Factory Councils in Turin, 1919-1920: “The Sole and Authentic Social Representatives of the Proletarian Class”» στο συλλογικό τόμο με τίτλο «Ours to Master and to Own. Workers’ Control from the Commune to the Present», Εκδόσεις Haymarket Books, 2011. Σελίδες 144-145.

[41] Tom Behan. “Arditi del Popolo. Η Ιστορία της πρώτης αντιφασιστικής οργάνωσης και η αποτρέψιμη άνοδος του Μπενίτο Μουσολίνι”. Εκδόσεις Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, 2012. Σελίδες 14-105.

[42] Frank Mintz. «Ισπανία 1936-1939. Κόντρα στο πόλεμο, κόντρα στο σαμποτάζ» στο συλλογικό τόμο με τίτλο «Αυτοδιαχείριση. Μια ιδέα πάντα επίκαιρη». Εκδόσεις «Οι εκδόσεις των συναδέλφων», 2015. Σελίδα 42.

[43] Frank Mintz. «Αναρχοσυνδικαλισμός και Αυτοδιαχείριση στην Ισπανία. Κριτική Ανάλυση 1931-1990». Εκδόσεις Καινά Δαιμόνια. Σελίδες 64-66.

[44] Frank Mintz. «Ισπανία 1936-1939. Κόντρα στο πόλεμο, κόντρα στο σαμποτάζ» στο συλλογικό τόμο με τίτλο «Αυτοδιαχείριση. Μια ιδέα πάντα επίκαιρη». Εκδόσεις «Οι εκδόσεις των συναδέλφων», 2015. Σελίδα 46. Όλο το ζήτημα των μισθών εξετάζεται πιο αναλυτικά σ’ ένα άλλο έργο του ίδιου συγγραφέα (Frank Mintz)με τίτλο «Αναρχοσυνδικαλισμός και Αυτοδιαχείριση στην Ισπανία. Κριτική Ανάλυση 1931-1990», Εκδόσεις Καινά Δαιμόνια, στις σελίδες 36-44.

[45] Frank Mintz. «Ισπανία 1936-1939. Κόντρα στο πόλεμο, κόντρα στο σαμποτάζ» στο συλλογικό τόμο με τίτλο «Αυτοδιαχείριση. Μια ιδέα πάντα επίκαιρη». Εκδόσεις «Οι εκδόσεις των συναδέλφων», 2015.Σελίδες 42-44.

[46] Όπως παραπάνω. Σελίδα 44.

[47] Όπως παραπάνω. Σελίδα 45.

[48] Victor Wallis. «Workers’ Control and Revolution» στο συλλογικό τόμο με τίτλο «Ours to Master and to Own. Workers’ Control from the Commune to the Present», Εκδόσεις Haymarket Books, 2011. Σελίδα 20.

[49] Το συλλογικό όνομα μιας σειρά διαρθρωτικών αλλαγών, νεοφιλελεύθερου χαρακτήρα, που οι διεθνείς οικονομικοί οργανισμοί με έδρα την Ουάσινγκτον επέβαλα στις κυβερνήσεις των χωρών της Λατινικής Αμερικής τη δεκαετία του ’90. Είναι, με μια άλλη ονομασία πιο οικεία σε μας, μνημόνια που υπαγορεύονται όχι από τη Γερμανία, αλλά από τις ΗΠΑ σε αγαστή συνεργασία με τους διεθνείς τοκογλύφους.

[50] Raul Zibechi. «Αυτονομίες και χειραφετήσεις. Η Λατινική Αμερική σε κίνηση». Εκδόσεις «αλάνα», 2010. Σελίδα 17.

[51] Αντρές Ρουτζέρι. «Οι Ανακτημένες Επιχειρήσεις της Αργεντινής. Καταλαμβάνουμε, Αντιστεκόμαστε, Παράγουμε». Εκδόσεις «Οι εκδόσεις των συναδέλφων» και «Ακυβέρνητες Πολιτείες», 2014.  Σελίδα 87.

[52] Αντρές Ρουτζέρι. «Οι Ανακτημένες Επιχειρήσεις της Αργεντινής. Καταλαμβάνουμε, Αντιστεκόμαστε, Παράγουμε». Εκδόσεις «Οι εκδόσεις των συναδέλφων» και «Ακυβέρνητες Πολιτείες», 2014.  Σελίδα 49.

[53] Όπως παραπάνω. Σελίδες 245-252.

[54] Όπως παραπάνω.  Σελίδες 146-150.

[55] Όπως παραπάνω.  Σελίδες 50, 159-160.

[56] Isaak Ilych Rubin. «Ιστορία Οικονομικών Θεωριών». Εκδόσεις «Κριτική», 1993. Σελίδα 35.

[57] Αντρές Ρουτζέρι. «Οι Ανακτημένες Επιχειρήσεις της Αργεντινής. Καταλαμβάνουμε, Αντιστεκόμαστε, Παράγουμε». Εκδόσεις «Οι εκδόσεις των συναδέλφων» και «Ακυβέρνητες Πολιτείες», 2014.  Σελίδες 170-171.

[58] Καρλ Μαρξ. «Το Κεφάλαιο». Τρίτος Τόμος. Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», 1978. Σελίδα 426.

[59] Άντον Πάνεκουκ. «Τα Εργατικά Συμβούλια». Εκδόσεις «Ελεύθερος Τύπος», 1996. Σελίδα 22.

[60] Αντρές Ρουτζέρι. «Οι Ανακτημένες Επιχειρήσεις της Αργεντινής. Καταλαμβάνουμε, Αντιστεκόμαστε, Παράγουμε». Εκδόσεις «Οι εκδόσεις των συναδέλφων» και «Ακυβέρνητες Πολιτείες», 2014.  Σελίδα 41.

[61] Όπως παραπάνω. Σελίδα 50.

[62] Φρίντριχ Ένγκελς. Άρθρο «Για το Κύρος» γραμμένο το Φλεβάρη του 1783. Στο έργο με τίτλο «Διαλεχτά Έργα», πρώτος τόμος, εκδόσεις «Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ», 1951. Σελίδες 766-770.

[63] V.I. Lenin. «The Immediate Tasks of the Soviet Government». Lenin’s Collected Works, 4th English Edition, Progress Publishers, Moscow, 1972 Volume 27, Σελίδες 235-77.

[64] Ο ίδιος ο ιδρυτής του «επιστημονικού μάνατζμεντ», Frederic Winslow Taylor, ήταν ένας νευρωτικός και ψυχαναγκαστικός άνθρωπος. Οι εργάτες, δε, που αρίστευαν στο Τεϊλορικό σύστημα ήταν αυτοί που είχαν τη χαμηλότερη νοημοσύνη και μια από τις μικρότερες επιδεξιότητες μεταξύ των συναδέλφων τους. Αυτοί οι (γρήγοροι και υπάκουοι) εργάτες ήταν κοινωνικά απόβλητοι τόσο εντός όσο και εκτός εργοστασίου. Οι παραπάνω πληροφορίες προέρχονται από το βιβλίο αναφοράς του Harry Braverman με τίτλο «Εργασία και μονοπωλιακό κεφάλαιο. Η υποβάθμιση της εργασίας στον εικοστό αιώνα». Πρώτος τόμος. Εκδόσεις «Λέσχη κατασκόπων του 21ου αιώνα», 2005. Σελίδες 102-143.
    
[65] Ο ίδιος ο Taylor έλεγε τα εξής για το σύστημα που εισήγαγε: «'Όταν λοιπόν μέσα από όλη αυτήν την εκπαίδευση και τη λεπτομερή καθοδήγηση η δουλειά γίνεται κατά τα φαινόμενα πολύ στρωτή και εύκο­λη για τον εργάτη, η πρώτη εντύπωση είναι πως το όλο σχέδιο τείνει να τον μετατρέψει σε αυτόματο, σε αχυράνθρωπο. Όπως λένε συχνά οι ίδιοι οι εργάτες όταν έρχονται αντιμέτωποι με αυτό το σύστημα για πρώτη φο­ρά, “Δηλαδή τι; Δεν μου επιτρέπεται να σκέφτομαι ή να κινούμαι χωρίς να παρεμβαίνει κάποιος ή να το κάνει εκείνος για μένα;”. Η ίδια κριτική και οι ίδιες αντιρρήσεις όμως θα μπορούσαν να εγερθούν απέναντι στο σύνολο του σύγχρονου καταμερισμού της εργασίας».  Frederick Winslow Taylor. «Principles of Scientific Management», 1911. Chapter Two: The Principles of Scientific Management. The Finest Type of Ordinary Management.

[66] Αντρές Ρουτζέρι. «Οι Ανακτημένες Επιχειρήσεις της Αργεντινής. Καταλαμβάνουμε, Αντιστεκόμαστε, Παράγουμε». Εκδόσεις «Οι εκδόσεις των συναδέλφων» και «Ακυβέρνητες Πολιτείες», 2014.  Σελίδα 223.

[67] Καρλ Μαρξ. «Grundrisse». Εκδόσεις «Α/συνέχεια», 2009. Σελίδες 210-211, 215.

[68] Καρλ Μαρξ, Φρίντριχ Ένγκελς. «Η Γερμανική Ιδεολογία». Εκδόσεις «Gutenberg», 1997. Πρώτος τόμος. Σελίδα 81.

[69] Όπως παραπάνω. Σελίδα 82.

[70] Istvan Meszaros. «Beyond Capital : Toward a Theory of Transition». Εκδόσεις «Monthly Review Press», 1995. Σελίδα 769.

[71] Dario Azzellini. «Workers’ Control under Venezuela’s Bolivarian Revolution» στο συλλογικό τόμο με τίτλο «Ours to Master and to Own. Workers’ Control from the Commune to the Present», Εκδόσεις Haymarket Books, 2011. Σελίδα 384.

[72] Όπως παραπάνω. Σελίδα 385.

[73] Όπως παραπάνω. Σελίδες 386-387.

[74] Όπως παραπάνω. Σελίδα 387.

[75] Όπως παραπάνω. Σελίδες 393-394.

[76] Mauricio Sarda de Faria, Henrique T. Novaes. «Brazilian Recovered Factories: The Constraints of Workers’ Control» στο συλλογικό τόμο με τίτλο «Ours to Master and to Own. Workers’ Control from the Commune to the Present», Εκδόσεις Haymarket Books, 2011. Σελίδες 403-404.

[77] Όπως παραπάνω. Σελίδα 405.

[78] Όπως παραπάνω. Σελίδα 406.

[79] Όπως παραπάνω.

[80] David Harvey. «Εξεγερμένες Πόλεις. Από το Δικαίωμα στην Πόλη στην Επανάσταση της Πόλης». Εκδόσεις «ΚΨΜ», 2013. Σελίδες 221-272.

[81] Καρλ Μαρξ. «Ο Εμφύλιος Πόλεμος στη Γαλλία». Εκδόσεις «Θεμέλιο», 2014. Σελίδες 106-107.

[82] John Holloway. «Ας αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να καταλάβουμε την εξουσία». Εκδόσεις «Σαββάλας», 2006. Σελίδες 186-187.

[83] Όπως παραπάνω. Σελίδα 54.

[84] Αλβάρο Γκαρσία Λινέρα. «Κράτος, επανάσταση και ηγεμονία». Εκδόσεις «Α/συνέχεια», 2014. Σελίδες 26-27.