Thursday, 12 November 2015

Αυτοδιαχείριση και Επανάσταση στη Λατινική Αμερική

Εισαγωγή


Το θέμα του παρόντος κειμένου, όπως σαφώς προκύπτει από τον τίτλο, είναι η περιγραφή της επαναστατικής παράδοσης του κινήματος της εργατικής αυτοδιαχείρισης (ή διαφορετικά του κινήματος ανακτημένων επιχειρήσεων όπως ειδικά αποκαλείται στην Αργεντινή) στις χώρες της Λατινικής Αμερικής.

Το ζήτημα της αυτοδιαχείρισης, ειδικά σε περιόδους γενικής κρίσης και μαζικής ανεργίας, δεν είναι κάτι παρωχημένο που αφορά άλλες εποχές, αλλά ένα διαχρονικά επίκαιρο φαινόμενο που θα ξεσπά νομοτελειακά μετά από κάθε μείζονα κρίση του συστήματος. Απόδειξη ότι ο όρος «αυτοδιαχείριση» συνεχίζει να γεμίζει με φόβο και υστερία τις ψυχές των οικονομικών δυναστών, άρα συνεχίζει να είναι απόλυτα επίκαιρος, είναι η περίπτωση της ΒΙΟ.ΜΕ., για την οποία η διοίκηση της ΕΡΤ3 αποφάσισε να επέμβει στο δελτίο ειδήσεων του σταθμού προκειμένου να σταματήσει την προβολή της μαζί με άλλα κοινωνικά εγχειρήματα ριζοσπαστικού χαρακτήρα[1].

Χρέος μας, λοιπόν, είναι να μελετήσουμε την αυτοδιαχείριση σημειώνοντας τις προοπτικές της και επισημαίνοντας τις αδυναμίες της ώστε αυτές να ξεπεραστούν.
Αλλά τι ακριβώς είναι η αυτοδιαχείριση ; Μια πρώτη απόπειρα απάντησης θα ήταν να αναλύσουμε ετυμολογικά τη λέξη : «αυτό-», δηλαδή εγώ ο ίδιος και «-διαχείριση», συνεπώς ο όρος δεν μπορεί παρά να σημαίνει ότι εγώ ο ίδιος διαχειρίζομαι κάτι. Άρα εργατική αυτοδιαχείριση σημαίνει ότι οι εργάτες διαχειρίζονται οι ίδιοι συλλογικά το προϊόν της εργασίας τους χωρίς διαμεσολαβητές (αφεντικά). Ιστορικά, όμως, η αυτοδιαχείριση έχει χρησιμοποιηθεί για να περιγράψει  μια πληθώρα διαφορετικών καταστάσεων, από τους παραδοσιακούς συνεταιρισμούς έως τις ανακτημένες από τους εργαζομένους επιχειρήσεις στην Αργεντινή και από τις κολεκτίβες της Ισπανίας του 1936 μέχρι το εγχείρημα της Mondragon. Εξ ου και τα τόσα συνώνυμα με την αυτοδιαχείριση (αυτοδιεύθυνση, αυτονομία, κολεκτίβα, κοοπερατίβα, συνεταιρισμός, εργατικό συμβούλιο) είναι ταυτόχρονα σε ορισμένες περιπτώσεις αντώνυμα.

Συνεπώς το παρόν άρθρο αναγκαστικά δεν μένει μόνο στη Λατινική Αμερική, αλλά για την ακρίβεια καταλήγει εκεί αφού πρώτα έχει δώσει, μέσω μιας σύντομης αλλά ενδελεχούς (ελπίζω) ιστορικής επισκόπησης, στον αναγνώστη μια εικόνα της ποικιλομορφίας που διέπει το κίνημα της εργατικής αυτοδιαχείρισης.

Είναι προφανώς αδύνατον να μπορέσουμε να κάνουμε μια αναλυτική περιοδολόγηση όλων των κινημάτων αυτοδιαχείρισης  που μας είναι γνωστά από την ιστορία και ταυτόχρονα να μείνουμε πιστοί στο βασικό στόχο του παρόντος κειμένου. Εσκεμμένα, λοιπόν, θα σταθούμε στα πιο σημαντικά από τα κινήματα εργατικής αυτοδιεύθυνσης διαφόρων χωρών, αφήνοντας ασχολίαστα μικρότερα σε έκταση αλλά και σε επιρροή κινήματα, όπως για παράδειγμα αυτό της Γλασκόβης του 1915[2] ή αυτό της Ινδονησίας[3].


Η θεωρία της αυτοδιαχείρισης και οι πρώτες απόπειρες εργατικού ελέγχου της παραγωγής


Ο σημαντικός κοινωνικός ανθρωπολόγος Αντρές Ρουτζέρι (Andres Ruggeri), που έχει γράψει το βιβλίο «Οι Ανακτημένες Επιχειρήσεις της Αργεντινής. Καταλαμβάνουμε, Αντιστεκόμαστε, Παράγουμε.», ένα έργο αναφοράς στο θέμα της αυτοδιαχείρισης, έχει την εξής άποψη: 

«Αντίθετα με τις ρομαντικές ή βολονταριστικές ερμηνείες του φαινομένου, όσα αναφέρθηκαν αποδεικνύουν ότι οι Αν. Επ. [Ανακτημένες Επιχειρήσεις] δεν ήταν τουλάχιστον στην αρχή, μια εναλλακτική οδός που επινόησαν οι εργαζόμενοι για να εναντιωθούν στον καπιταλισμό ή ακόμα και στην αναδιάρθρωση της εργασίας που επέφερε η κρίση του φορντικού μοντέλου, αλλά υπήρξαν μια ακόμα συνέπεια της επιβολής του νεοφιλελευθερισμού. Με άλλα λόγια, η αργεντίνικη εργατική τάξη έδωσε μια πρωτότυπη απάντηση στην παντελή αποστέρηση του δικαιώματος στη ζωή που επιβλήθηκε από αυτό το οικονομικό μοντέλο : αρνήθηκαν πεισματικά να εγκαταλείψουν τις θέσεις εργασίας τους, παρ’ όλο τον αφανισμό, λόγω χρεοκοπίας ή λόγω απάτης, της επιχείρησης που τους απασχολούσε.»[4].

Περιγράφοντας μια άλλη εποχή, αυτή του Ισπανικού Εμφυλίου, και δη της κολεκτίβας στην οποία συμμετείχε, ο Ευγένιος Σοπένα καταλήγει σε ένα παρόμοιο συμπέρασμα : 

«…η πίεση, η ατμόσφαιρα του πολέμου οδηγούσε στη δημιουργία κολεκτίβων σε κάθε χωριό, αυτό όμως είχε περισσότερο να κάνει με το φόβο παρά με τις πεποιθήσεις. Γιατί όπως συμβαίνει με κάθε πράγμα, οι πεισμένοι αποτελούν μια μειονότητα. Πάντα μια μειονότητα καλλιεργεί το έδαφος, η μάζα μένει πίσω».[5]
Βλέποντας κανείς συνολικά την ιστορία της αυτοδιαχείρισης δεν μπορεί παρά να συμφωνήσει με τις διαπιστώσεις του Ρουτζέρι και του Σοπένα, με εξαίρεση ίσως τη Κόκκινη Διετία στο Τουρίνο. Οι εργάτες, ειδικά εκείνοι με λιγότερα τυπικά προσόντα, οι ανειδίκευτοι δηλαδή, οι οποίοι και πλήττονται περισσότερο σε περίπτωση που κλείσει η επιχείρηση ή το εργοστάσιο που δουλεύουν, οδηγούνται στην ανακατάληψη του εργοστασίου όχι γιατί με τον τρόπο αυτό συνειδητοποιούν και αποδέχονται το ιστορικό τους καθήκον ως επαναστατικό υποκείμενο για την ανατροπή του καπιταλισμού, αλλά ως αντίδραση και άμυνα απέναντι σε ακραίες καταστάσεις (πόλεμος, νεοφιλελεύθερη επέλαση, γραφειοκρατικά λεβιάθαν κ.ο.κ) όπου η ανεργία ισοδυναμεί με δομική περιθωριοποίηση και τελικά με την οριστική αποστέρηση όλων των μέσων για την επιβίωση. 

Καταλαμβάνουν και επαναλειτουργούν το κλειστό εργοστάσιο (ή ακόμα και ολόκληρη την κοινότητα στην περίπτωση των κολεκτίβων στην Ισπανία το 1936-1939) γιατί αυτή είναι η μοναδική τους ελπίδα για να ζήσουν και όχι γιατί θέλουν να πλήξουν τον καπιταλισμό ή γιατί με τον τρόπο αυτό υλοποιούν το πρώτο βήμα κάποιου μεγαλόπνοου σχεδίου υλοποίησης κάποιας ουτοπίας (υπό την έννοια του μη-υπαρκτού ακόμη κόσμου και όχι του ανέφικτου).

Η αυτοδιαχείριση, λοιπόν, είναι, όπως προαναφέραμε, μια διαδικασία με χαρακτηριστικά βαθύτατα αντικειμενικά και αναπόδραστα, που απορρέουν από την ίδια την απόγνωση του εργαζομένου απέναντι στο αδιέξοδο που βιώνει. Ποιος σώφρων άνθρωπος θα πει στους εργαζομένους π.χ. της Αργεντινής, όταν τους πετάει στο δρόμο ο εργοδότης προκειμένου να μεταφέρει το εργοστάσιό του αλλού (όπου υπάρχουν καλύτερες προοπτικές για μεγαλύτερα ποσοστά κέρδους), να μην προχωρήσουν στην κατάληψη του εργοστασίου; Ποιος άραγε τολμάει να τους πει μόλις ανακτήσουν το εργοστάσιο, ότι θεωρητικά η αυτοδιαχείριση είναι αδύναμη; Κανείς λογικός άνθρωπος δεν μπορεί να κάνει κάτι τέτοιο.

Είναι ανώφελο συνεπώς να ξιφουλκούμε απέναντι στην αυτοδιαχείριση κατηγορώντας την ως αναρχική και κρυφοαστική ουτοπία (αυτή τη φορά με την έννοια του ανέφικτου), όπως κάνει για παράδειγμα ο Ανδρέας Σκαμπαρδώνης [6]. Βιώσιμη ή μη, θεωρητικά συνεκτική ή όχι, αντιδραστική ή προοδευτική, η αυτοδιαχείριση είναι μια υπαρκτή και συνεχώς επαναλαμβανόμενη διαδικασία στην πορεία του χρόνου.

Οπότε τι; Αφήνουμε τους εργάτες στις ψευδαισθήσεις τους, ότι έχει κάποια προοπτική το εγχείρημα τους, ενώ στην πραγματικότητα είναι καταδικασμένο; Μήπως από τα παραπάνω προκύπτει ότι είναι μάταιη η θεωρητική και η ιστορική μελέτη του φαινομένου; Μήπως πρέπει να αντιμετωπιστεί ως μια φυσική διαδικασία που δεν χρήζει περαιτέρω μελέτης, μιας και δεν μπορούμε να την επηρεάσουμε, όπως ακριβώς δεν μπορούμε να σταματήσουμε ή να ξεκινήσουμε ένα φυσικό φαινόμενο (π.χ. τη βροχή); Σε καμία περίπτωση. Αντιθέτως η διεξοδική προσέγγιση του ζητήματος είναι επιβεβλημένη για να αντιμετωπίσει τη θεωρητική κρίση που μαστίζει τα κινήματα παγκοσμίως σχετικά με το εγχείρημα της εργατικής αυτοδιεύθυνσης και το πώς αυτό εντάσσεται στη γενικότερη προσπάθεια ετερόκλητων δυνάμεων διεθνώς για τη μετάβαση σε μια πιο δίκαιη κοινωνική τάξη πραγμάτων.

Η Κομμούνα του Παρισιού


Μεθοδολογικά δεν υπάρχει καλύτερο τρόπος θεωρητικής ανάλυσης ενός φαινομένου από την αξιοποίηση των όσων έχουν ήδη πει γι’ αυτό κορυφαίοι στοχαστές του παρελθόντος. Για να αντιληφθούμε, όμως, πλήρως, χωρίς παρανοήσεις, τα διδάγματα που μας κληροδότησαν οι διανοούμενοι αυτοί οφείλουμε να εξετάσουμε τον τρόπο σκέψης τους μέσα στο ιστορικό πλαίσιο που έδρασαν και από το οποίο, σε τελική ανάλυση, σίγουρα επηρεάστηκαν. Η αξία των θεωρητικών τους γενικεύσεων θα εξεταστεί στη συνέχεια με κριτήριο την πληθώρα των εμπειρικών δεδομένων που μας είναι πλέον διαθέσιμα. 

Θα ξεκινήσουμε, λοιπόν, από τον ίδιο το Μαρξ και τις περίφημες διατυπώσεις του για την κομμουνιστική κοινωνία. Είναι γνωστό ότι ο Μαρξ εμπνεύστηκε από την επική επανάσταση των εργατών του Παρισιού που οδήγησε στην εγκαθίδρυση της Παρισινής Κομμούνας, ένα γεγονός σταθμός στην προσπάθεια των λαών του κόσμου για την κατάκτηση της δημοκρατίας και η πρώτη προσπάθεια των εργαζομένων να πάρουν τον έλεγχο της παραγωγής και της ζωής τους στα χέρια τους. Μέσα στις μόλις 70 ημέρες ζωής της η Κομμούνα του Παρισιού αποτέλεσε αναμφίβολα μία από τις πιο λαμπρές και ελπιδοφόρες σελίδες της ανθρώπινης ιστορίας, καθότι έφερε στο πολιτικό προσκήνιο κατακτήσεις ανήκουστες για την εποχή της (και τη δική μας). Ιδού μερικά από τα κατορθώματα των παρισινών κομμουνάρων:

  • Κομμούνα αποτελούνταν από τους δημοτικούς συμβούλους κάθε διαμερίσματος του Παρισιού που εκλέχτηκαν με γενική ψηφοφορία και ήταν υπεύθυνοι στους εκλογείς τους και ανακλητοί από αυτούς οποιαδήποτε στιγμή.
  • Η Κομμούνα ήταν ένα εργαζόμενο σώμα, εκτελεστικό και νομοθετικό ταυτόχρον
  • Αντικατάσταση του τακτικού στρατού, των πραιτοριανών δηλαδή της προηγούμενης εθνοπροδοτικής και ψευτοπατριωτικής κυβέρνησης «Εθνικής Άμυνας», από τον ένοπλο λαό, την Εθνοφρουρά, στην οποία συμμετείχε κάθε ενήλικος Παριζιάνος που ήταν ικανός να φέρει όπλο.
  • Μετατροπή της αστυνομίας από μέσο κατίσχυσης επί του λαού σε όργανο άμεσα υπόλογο και ανακλητό από το λαό της Κομμούνας.
  • Τα δημόσια αξιώματα έπαψαν να είναι «ατομική ιδιοκτησία» μιας ιδιαίτερης κάστας γραφειοκρατών. Δημόσιος λειτουργός μπορούσε και όφειλε να γίνει κάθε πολίτης της Κομμούνας εκ περιτροπής.
  • Τα εκπαιδευτικά ιδρύματα άνοιξαν για το λαό δωρεάν και απεγκλωβίστηκαν από την επιρροή του κράτους και της εκκλησίας.
  • Οι δικαστικοί λειτουργοί, όπως και κάθε δημόσιος υπάλληλος, ήταν υπόλογος, αιρετός και προφανώς άμεσα ανακλητός ανά πάσα στιγμή από την Κομμούνα.[7]

Τα παραπάνω επιτεύγματα οδήγησαν το Μαρξ στο συμπέρασμα ότι η Παρισινή Κομμούνα ήταν 

«μια Κυβέρνηση της εργατικής τάξης, ήταν το αποτέλεσμα του αγώνα της τάξης των παραγωγών κατά της τάξης των σφετεριστών, η πολιτική μορφή που επιτέλους ανακαλύφτηκε και υπό την οποία μπορούσε να συντελεστεί η οικονομική απελευθέρωση της εργασίας… Η πολιτική κυριαρχία των ανθρώπων που παράγουν δεν μπορεί να υπάρχει παράλληλα με τη διαιώνιση της κοινωνικής τους σκλαβιάς. Η Κομμούνα, συνεπώς, έπρεπε να χρησιμεύσει ως μοχλός για να ανατραπούν οι οικονομικές βάσεις πάνω στις οποίες στηρίζεται η ύπαρξη των τάξεων και επομένως και η ταξική κυριαρχία. Άπαξ και χειραφετηθεί η εργασία, κάθε άνθρωπος γίνεται εργάτης και η παραγωγική εργασία παύει να είναι ταξική ιδιότητα ».[8]

Οι εργάτες, λοιπόν, που ήταν και η πλειονότητα του παρισινού λαού, έχοντας συσπειρώσει γύρω τους τα κοινωνικά στρώματα των φοιτητών, των δημοσιογράφων, των υπαλλήλων, των βιοτεχνών και των δασκάλων, αναδείχθηκαν σε «ηγέτιδα τάξη του έθνους»[9] και πέτυχαν για πρώτη φορά την πατριωτική-εθνική ενότητα του λαού της γαλλικής πρωτεύουσας.

Αφού οι εργάτες έγιναν ο ηγεμόνας (κατά την ορολογία του Γκράμσι) του Παρισιού, ξεκίνησαν το ξεθεμελίωμα των οικονομικών όρων που γεννούν την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, τάξης από τάξη και έθνους από έθνος. Μία από τις πρώτες τους ενέργειες στην παραπάνω κατεύθυνση ήταν, όπως ήταν αναμενόμενο, η κατάρτιση μιας στατιστικής απογραφής των εργοστασίων, τα οποία έκλεισαν οι εργοστασιάρχες τους, και η επεξεργασία σχεδίων για την εκμετάλλευση των εργοστασίων αυτών από τους εργάτες που δούλευαν ως τότε σ’ αυτά, τα οποία και θα ενώνονταν σε συνεργατικούς συνεταιρισμούς, και έπειτα την οργάνωση των συνεταιρισμών αυτών σε μια μεγάλη ένωση.[10] 

Επιπλέον, καταργώντας τον τακτικό στρατό και τη γραφειοκρατία και απεκδύοντας την αστυνομία από τον πολιτικό της ρόλο, δημιούργησαν το ζωτικό εκείνο χώρο και τις προϋποθέσεις για την οργάνωση της παραγωγής στη βάση των συνεργατικών συνεταιρισμών και την οργάνωση του έθνους με βάση το μοντέλο της Κομμούνας. Όπως είπε ο ίδιος ο Μαρξ, σε μια από τις πιο σημαντικές θεωρητικές γενικεύσεις για το θέμα που πραγματευόμαστε (αυτό της αυτοδιαχείρισης): 

«Αλλά η εργατική τάξη δεν μπορεί να πάρει απλά την έτοιμη κρατική μηχανή και να τη βάλει σε κίνηση για τους δικούς της σκοπούς».[11] 

Θεσπίζοντας την αιρετότητα και την ανακλητότητα, οι Κομμουνάροι του Παρισιού διέλυσαν την γραφειοκρατία και το στρατό, συνεπώς κατέλυσαν το κράτος και το αντικατέστησαν με, «κάτι που δεν είναι καθ’ αυτό κράτος»,[12] την Κομμούνα.

Το κοσμοϊστορικό γεγονός της Παρισινής Κομμούνας είναι κατά τα λόγια του ίδιου του Μαρξ «ο ένδοξος πρόδρομος μιας νέας κοινωνίας».[13] 

Η νέα αυτή κοινωνία, η ανώτερη φάση του κομμουνισμού (σύμφωνα με την ορολογία του Μαρξ), θα οργανώνεται με βάση τους ισότιμους και ελεύθερους «συνεταιρισμένους παραγωγούς», «η εργασία θα έχει γίνει όχι μόνο μέσο για να ζεις, αλλά και η πρώτη ανάγκη της ζωής» και η «κοινωνία θα γράψει στη σημαία της: Από τον καθένα ανάλογα με τις ικανότητές του, στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του !»[14]

Το σοβιέτ της Πετρούπολης


Καταρχάς τι ήταν τα σοβιέτ; Σοβιέτ στα ρώσικα σημαίνει συμβούλιο. Τα σοβιέτ, λοιπόν ήταν συμβούλια αρχικά μόνο εργατών και έπειτα και στρατιωτών (που ήταν κυρίως αγρότες). Το πρώτο σοβιέτ συστάθηκε το 1905 στην Πετρούπολη όταν ξέσπασε επανάσταση στη Ρωσία μετά την ήττα της από τη Ιαπωνία. Όταν το τσαρικό κράτος ανέκτησε τη δύναμή του και κατέπνιξε την επανάσταση, τα σοβιέτ διαλύθηκαν, αλλά η μνήμη τους παρέμεινε. 

Ιδού τι έλεγε ο Τρότσκυ για το σοβιέτ της Πετρούπολης και για τις αιτίες της αποτυχίας της επανάστασης του 1905: 

«Το προλεταριάτο από την μία μεριά, ο αντιδραστικός τύπος από την άλλη, έχουν αποκαλέσει το Σοβιέτ “μια εργατική κυβέρνηση”. Αυτό απλά αντανακλούσε το γεγονός ότι το Σοβιέτ ήταν στη πραγματικότητα ένα έμβρυο της επαναστατικής κυβέρνησης… Οι πενήντα μέρες της ζωής του Σοβιέτ και το αιματηρό του τέλος έδειξαν ότι η αστική Ρωσία είναι πολύ στενή ως βάση για έναν τέτοιο αγώνα, και ότι ακόμα και εντός των ορίων της αστικής επανάστασης, μια τοπική οργάνωση δεν μπορεί να αποτελέσει το κεντρικό καθοδηγητικό σώμα. Για ένα εθνικό καθήκον το προλεταριάτο απαιτείται να οργανωθεί σε εθνική κλίμακα. Το Σοβιέτ της Πετρούπολης ήταν μια τοπική οργάνωση, ωστόσο η ανάγκη για μια κεντρική οργάνωση ήταν τόσο μεγάλη ώστε έπρεπε να αναλάβει την ηγεσία σε εθνική κλίμακα.»[15]
Κάποια χρόνια αργότερα, το Φεβρουάριο του 1917 στην Πετρούπολη, οι στρατιώτες αρνούνται να πυροβολήσουν ένα πλήθος πεινασμένων εργατών που είχαν κατέβει σε απεργία, γεγονός που κινητοποίησε την ανάδυση εκ νέου του σοβιέτ. Η απουσία οποιουδήποτε σφρίγους από το, κατεστραμμένο από τον πόλεμο, τσαρικό κράτος σε συνδυασμό με την εγγενή ευελιξία του σοβιέτ, επέτρεψαν την αναγέννηση του θεσμού των εργατο-στρατιωτικών συμβουλίων μέσα σε, κυριολεκτικά, 24 ώρες. 
Στα σοβιέτ οι μπολσεβίκοι, παρά το σύνθημά τους «Όλη η εξουσία στα Σοβιέτ»[16], ήταν ισχνή μειοψηφία. Μόνο μετά τις κρίσεις του Απρίλη, του Ιούλη και του Σεπτέμβρη οι μπολσεβίκοι κατακτούν την πλειοψηφία στο σοβιέτ της Πετρούπολης τον Οκτώβρη του 1917. Έπειτα, μετά από μια σχεδόν αναίμακτη έφοδο στα χειμερινά ανάκτορά, οι μπολσεβίκοι ανατρέπουν την κυβέρνηση Κερένσκυ και αναρριχώνται στην εξουσία. 

Τελικά ο θεσμός των σοβιέτ διατηρείται μόνο στο όνομα του κράτους (Σοβιετική Ένωση), ενώ στην πράξη, κάτω από το βάρος των ξένων επεμβάσεων, του εμφυλίου πολέμου και της σταλινικής ηγεσίας, σβήνει και δίνει τη θέση του στο αντίθετό του, δηλαδή σε μια γιγαντιαία γραφειοκρατική και στρατιωτική αυτοκρατορία.

Ο Τρότσκυ για άλλη μια φορά συνοψίζει άριστα την περίοδο του 1917: 

«Η οργάνωση μέσω της οποίας το προλεταριάτο μπορεί τόσο να ανατρέψει την παλιά εξουσία όσο και να την αντικαταστήσει, είναι τα σοβιέτ. Αυτό αργότερα έγινε ένα ζήτημα ιστορικής εμπειρίας, αλλά ήταν μέχρι την Οκτωβριανή επανάσταση μια θεωρητική πρόγνωση – βασιζόμενη για σιγουριά, πάνω στην προκαταρκτική εμπειρία του 1905. Τα σοβιέτ είναι όργανα προετοιμασίας των μαζών για την εξέγερση, όργανα της εξέγερσης, και μετά τη νίκη όργανα της κυβέρνησης. Παρ’ όλα αυτά, τα σοβιέτ από μόνα τους δεν απαντούν στο ερώτημα. Μπορούν κάλλιστα να υπηρετήσουν διαφορετικούς στόχους ανάλογα με το πρόγραμμα και την ηγεσία. Τα σοβιέτ λαμβάνουν το πρόγραμμά τους από το κόμμα. Δεδομένου ότι τα σοβιέτ σε επαναστατικές συνθήκες – και αποκομμένα από την επανάσταση είναι αδύνατο να συγκροτηθούν – απαρτίζουν το σύνολο της τάξης με την εξαίρεση των οπισθοδρομικών, αδρανών και αποθαρρυμένων στρωμάτων αυτής, το επαναστατικό κόμμα αντιπροσωπεύει τον εγκέφαλο της τάξης. Το πρόβλημα της κατάληψης της εξουσίας μπορεί να λυθεί μόνο με ένα σαφή συνδυασμό του κόμματος με τα σοβιέτ – ή με άλλες μαζικές οργανώσεις περισσότερο ή λιγότερο ισοδύναμες με τα σοβιέτ.»[17]

Ο Τρότσκυ, μέσω της παραπάνω αποστροφής, αλλά και συνολικά με το magnum opus του (Ιστορία της Ρωσική Επανάστασης), μας προσφέρει όλα σχεδόν τα διδάγματα της Ρωσικής επανάστασης:

  1. Η επανάσταση του Οκτώβρη του 1917 δεν θα ήταν δυνατή αν το τσαρικό κράτος δεν είχε αποδυναμωθεί δραστικά μετά την ήττα του στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Ακριβώς όπως και η Κομμούνα του Παρισιού δεν θα ήταν δυνατή αν δεν κατέρρεε το γαλλικό κράτος μετά την ήττα της Γαλλίας από την Πρωσία το 1870.
  2. Επανάσταση χωρίς τη στήριξη του στρατού, ακριβώς όπως και στην Κομμούνα, δεν είναι εφικτή.
  3. Τα εργατικά συμβούλια (σοβιέτ) δεν μπορούν να υπάρξουν σε ομαλές συνθήκες.
  4. Εργατικά συμβούλια χωρίς τη μεσολάβηση και την καθοδήγηση ενός επαναστατικού κόμματος, θα οδηγήσουν σε καταστάσεις Βερολίνου του 1919, όπου οι ηγέτες προσπάθησαν να παρακάμψουν τα αντίστοιχα εργατικά συμβούλια και κήρυξαν μια πρόωρη επανάσταση, με αποτέλεσμα να αιματοκυλιστούν όλοι οι συμμετέχοντες χωρίς ουσιαστική κινητοποίηση του μεγάλου όγκου της εργατικής τάξης. Οι μπολσεβίκοι αντιθέτως, παρά το γεγονός ότι ήταν μειοψηφία, είχαν εμπιστοσύνη στις δυνάμεις τους και στα επιχειρήματά τους και τελικά, κεφαλαιοποιώντας τις κρίσεις του Απρίλη, του Ιούλη και του Σεπτέμβρη, πλειοψήφησαν στα σοβιέτ και ανελίχθηκαν στην εξουσία εκφράζοντας τη δεδομένη στιγμή τα συμφέροντα του συνόλου της ρωσικής εργατικής τάξης.

Ιταλία. Κόκκινη Διετία


Τη σκυτάλη του αγώνα πήρε στη συνέχεια το ιταλικό προλεταριάτο με το Τουρινέζικο κίνημα του Απρίλη του 1920. Το Τουρίνο, μετά την ενοποίηση της Ιταλίας, είχε γίνει το βιομηχανικό κέντρο της χώρας, με τη Ρώμη να είναι το διοικητικό και το Μιλάνο το οικονομικό - εμπορικό. Η σπίθα που φούντωσε τις επαναστάσεις στο Τουρίνο ήταν πρωτίστως φυσικά η φρίκη του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, η οποία και οδήγησε τους Τουρινέζους να ξεσηκωθούν ένοπλα, μία φορά το Μάη του 1915 και μία φορά τον Αύγουστο του 1917. Και οι δύο επαναστάσεις ηττήθηκαν από τη στρατιωτική επέμβαση και την κακή οργάνωση του προλεταριάτου ένεκα της εξάντλησης που του είχε φέρει ο πόλεμος. 

Το προλεταριάτο του Τουρίνο, όμως, δεν είχε πει ακόμα την τελευταία του λέξη. Εμπνευσμένο και ενισχυμένο πνευματικά από το σοβιέτ της Πετρούπολης και τη νίκη της Οκτωβριανής επανάστασης ξεσηκώθηκε άλλη μια φορά το 1919 με μια ένοπλη εξέγερση που κατέλαβε όλη την πόλη. Η επανάσταση αυτή ήταν τόσο επιβλητική που έμεινε στην ιστορία ως η Κόκκινη Διετία (13 Δεκέμβρη 1919 έως τις 22 Απρίλη 1920).

Ιδού τι έγραψε για το κίνημα της Κόκκινης Διετίας, ένας από τους σημαντικότερους διανοούμενους στην ιστορία του εργατικού κινήματος και ένας από τους καθοδηγητές του ιταλικού εργατικού κινήματος μέσα από την αρθρογραφία του στην εφημερίδα «Όρντινε Νουόβο», ο Αντόνιο Γκράμσι: 

«Το Τουρινέζικο κίνημα του Απρίλη υπήρξε ένα μεγαλειώδες γεγονός στην ιστορία, όχι μόνο του Ιταλικού Προλεταριάτου, αλλά και του Ευρωπαϊκού κι ακόμη, μπορούμε να πούμε, και στην ιστορία του προλεταριάτου όλου του κόσμου. Για πρώτη φορά στην ιστορία συνέβη πράγματι το γεγονός ένα προλεταριάτο ν’ αποδυθεί στον αγώνα για τον έλεγχο της παραγωγής, χωρίς να έχει εξαναγκαστεί στη δράση από την πείνα ή την ανεργία. Ακόμη περισσότερο που δεν ήταν μονάχα μια μειοψηφία, μια πρωτοπορία της εργατικής τάξης που άρχισε τον αγώνα, αλλά ολόκληρη η μάζα των εργαζομένων του Τουρίνου που κατέβηκε στο στίβο και κράτησε τον αγώνα μέχρι το τέλος, αδιαφορώντας ολότελα για τις στερήσεις και τις θυσίες.[18]

Κεντρικό ρόλο στον εργατικό αγώνα του Τουρίνο έπαιξαν τα εργατικά συμβούλια, τα οποία και εξέφρασαν τη γενική θέληση της εργατικής τάξης της πόλης. Τα εργατικά συμβούλια σχηματίστηκαν μετά τη μετεξέλιξη και την ανάπτυξη των εσωτερικών εργατικών επιτροπών που υπήρχαν ήδη στο εσωτερικό των Τουρινέζικων επιχειρήσεων. Οι συντάκτες και οι οπαδοί της εφημερίδας «Όρντινε Νουόβο» τόνισαν εγκαίρως ότι τα καθήκοντα των Εργατικών Συμβουλίων έπρεπε να είναι «ο έλεγχος της παραγωγής, ο εξοπλισμός και η στρατιωτική προετοιμασία των μαζών και η πολιτική και τεχνική προετοιμασία τους.»[19] 

Η οργάνωση, δε, των Εργοστασιακών Συμβουλίων βασιζόταν στις παρακάτω αρχές, κατά τον Γκράμσι: 

«…σε κάθε εργοστάσιο και σε κάθε επιχείρηση πρέπει να συγκροτείται ένας οργανισμός στη βάση της αντιπροσώπευσης (κι όχι στην παλιά βάση του γραφειοκρατικού συστήματος) που να υλοποιεί τη δύναμη του προλεταριάτου, να αγωνίζεται ενάντια στην καπιταλιστική τάξη πραγμάτων και να ασκεί τον έλεγχο στην παραγωγή, εκπαιδεύοντας ολόκληρη την εργατική μάζα για τον επαναστατικό αγώνα και τη δημιουργία του εργατικού κράτους. Το Εργοστασιακό Συμβούλιο πρέπει να οργανωθεί σύμφωνα με την αρχή της οργάνωσης κατά βιομηχανία. Αυτό πρέπει να αντιπροσωπεύει για την εργατική τάξη το μοντέλο της κομμουνιστικής κοινωνίας, όπου θα φτάσουμε δια μέσου της δικτατορίας του προλεταριάτου… Κάθε επιχείρηση υποδιαιρείται σε τμήματα και κάθε τμήμα σε επαγγελματικά συνεργεία. Κάθε συνεργείο αναλαμβάνει ένα ορισμένο μέρος της δουλειάς. Οι εργάτες κάθε συνεργείου εκλέγουν έναν εργάτη με ορισμένη και καθορισμένη εντολή. Η συνέλευση των εκλεγμένων αυτών αντιπροσώπων όλης της επιχείρησης σχηματίζει ένα Συμβούλιο που εκλέγει από τους κόλπους του μιαν εκτελεστική επιτροπή. Η συνέλευση των πολιτικών γραμματέων των εκτελεστικών επιτροπών σχηματίζει την κεντρική επιτροπή των Συμβουλίων που με τη σειρά της εκλέγει από τους κόλπους της μια επιτροπή πόλης για τη μελέτη της οργάνωσης της προπαγάνδας και την επεξεργασία των πλάνων δουλειάς, για την έγκριση των σχεδίων και των προτάσεων των μεμονωμένων επιχειρήσεων και μεμονωμένων εργατών ακόμη και τελικά για τη γενική διεύθυνση όλου του κινήματος.»[20]

Η αποτελεσματικότητα που επέδειξαν τα εργατικά συμβούλια στην κινητοποίηση του εργατικού κινήματος περιγράφεται με γλαφυρότητα από τον Γκράμσι:

«Στις 13 Δεκέμβρη 1919 τα Εργοστασιακά Συμβούλια έδωσαν μια χειροπιαστή απόδειξη της ικανότητάς τους να καθοδηγούν μαζικά κινήματα σε πλατειά κλίμακα. Ύστερα από εντολή της Σοσιαλιστική οργάνωσης [της επιτροπής πόλης] τα Εργοστασιακά Συμβούλια κινητοποίησαν, χωρίς άλλη προειδοποίηση, στο διάστημα μιας ώρας εκατόν είκοσι χιλιάδες εργάτες, οργανωμένους κατά επιχειρήσεις. Μια ώρα αργότερα το ένοπλο προλεταριάτο κατακυλούσε σα χιονοστιβάδα μέχρι το κέντρο της πόλης και σάρωνε από τους δρόμους κι από τις πλατείες όλο το εθνικιστικό μιλιταριστικό σκυλολόι.»[21]

Το κίνημα του Τουρίνο, παρά τη δυναμική του, ηττήθηκε τελικά γιατί δεν κατάφερε να επεκταθεί σε εθνικό επίπεδο, επιβεβαιώνοντας έτσι με τραγικό τρόπο την εκτίμηση που είχε κάνει ο Τρότσκυ για την επανάσταση του 1905 στη Ρωσία (βλ. παραπάνω). 

Υπεύθυνοι για τον εγκλωβισμό του κινήματος ήταν το Σοσιαλιστικό κόμμα και η Γενική Συνομοσπονδία Εργασίας. Όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Γκράμσι: 

«Οι Ιταλοί καπιταλιστές διαθέσανε όλες τους τις δυνάμεις για να καταπνίξουν το εργατικό κίνημα του Τουρίνου. Όλα τα μέσα του αστικού Κράτους μπήκανε στην υπηρεσία τους, ενώ οι εργάτες στηρίζονταν μονάχα στον εαυτό τους για τη διεξαγωγή του αγώνα, χωρίς καμία βοήθεια ούτε από την ηγεσία του Σοσιαλιστικού κόμματος, ούτε από τη Γενική Συνομοσπονδία Εργασίας. Αντίθετα μάλιστα, οι καθοδηγητές του Κόμματος και της Συνομοσπονδίας χλευάζανε του Τουρινέζους εργάτες και κάνανε ότι ήτανε δυνατό για να απομακρύνουν τους Ιταλούς εργάτες και πολίτες από οποιαδήποτε επαναστατική δράση με την οποία οι τελευταίοι σκοπεύανε να εκδηλώσουν την αλληλεγγύη τους στους αδελφούς τους του Τουρίνου και να τους δώσουν μιαν αποτελεσματική βοήθεια».[22]

Ένας από τους καθοδηγητές του Σοσιαλιστικού κόμματος, όπως τους περιγράφει ο Γκράμσι, ήταν και ο Αμαντέο Μπορντίγκα, ο οποίος είχε έρθει σε ευθεία σύγκρουση με την ομάδα της εφημερίδας «Όρντινε Νουόβο», χαρακτηρίζοντας ρεφορμιστικά τα εργατικά συμβούλια και προτάσσοντας τη δική του λογική ανάδειξης του κόμματος στο μοναδικό επαναστατικό σώμα και στην αποκλειστική κινητήρια δύναμη για την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας. Η σύγκρουση αυτή μεταξύ της φράξιας του Μπορντίγκα και της συγγραφικής ομάδας της «Όρντινε Νουόβο» αποθάρρυνε τους εργάτες, οι οποίοι σχημάτισαν την εντύπωση ότι δεν υπήρχε κεντρική ηγεσία για τη διάχυση του επαναστατικού αναβρασμού πέραν των ορίων της πόλης.[23] 

Η πολιτική στάση και ο ρόλος αυτού του ανθρώπου, του Μπορντίγκα, θα αποδεικνυόταν καταστροφική για άλλη μια φορά στα γεγονότα που διαδέχτηκαν την Κόκκινη Διετία και αφορούσαν στην εξαιρετικά δυνατή και ελπιδοφόρα οργάνωση των Arditi del Popolo, η οποία, αν είχε την ανάλογη στήριξη από το Σοσιαλιστικό και το Κομμουνιστικό κόμμα, θα είχε συσπειρώσει όλους τους δημοκράτες και πατριώτες Ιταλούς απέναντι στη φασιστική λαίλαπα του Μουσολίνι.[24]

Ισπανικός εμφύλιος και κολεκτίβες, 1936-1939


Μέχρι το 1936 και το ξέσπασμα του Ισπανικού εμφυλίου τα Εργατικά Συμβούλια λειτουργούσαν κατά κύριο λόγο ως «όργανα προετοιμασίας των μαζών για εξέγερση και ως όργανα εξέγερσης» (ορολογία του Τρότσκυ, βλ. παραπάνω). Μόνο στις κολεκτίβες της Ισπανίας η αυτοδιαχείριση δοκιμάστηκε και στη σφαίρα της παραγωγής, φιλοδοξώντας να οργανώσει με βάση τις αρχές της αλληλεγγύης και της κοινότητας όλη την εθνική οικονομική ζωή.

Οι κολεκτίβες δημιουργήθηκαν όταν η δομή εξουσίας της Δημοκρατίας (Republic) της Ισπανίας εξασθένησε κάτω από την πίεση της φασιστικής επανάστασης του Φράνκο. Η δημοκρατική κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου αποδείχτηκε ανίκανη να αντιμετωπίσει την κατάρρευση της παραγωγής ένεκα του χωρισμού της χώρας στα δύο. Οι εργαζόμενοι, λοιπόν, υποκινούμενοι από το φόβο του πολέμου και της πείνας και καθοδηγούμενοι σ’ ένα μεγάλο βαθμό από την αναρχοσυνδικαλιστική συνομοσπονδία CNT, προχώρησαν στην κολεκτιβοποίηση της παραγωγής.

Η αξία των κολεκτίβων ήταν τέτοια που χωρίς αυτές η δημοκρατική κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου δεν θα άντεχε ούτε μερικές εβδομάδες. Απόδειξη αυτού είναι το γεγονός ότι «καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου (δυόμιση χρόνια), το σύνολο της πολεμικής βιομηχανίας στηρίχτηκε σε εργοστάσια που είχαν κολεκτιβοποιηθεί από τη CNT και την UGT». Επιπλέον «οι μοναδικοί σημαντικοί χρηματικοί πόροι που διέθετε η Δημοκρατία από τον Ιούλιο του 1936 ως τον Ιούλιο του 1937 προέρχονταν από τις εξαγωγές εσπεριδοειδών που παρήγαγαν οι κολεκτίβες της CNT και της UGT».[25]

Κολεκτίβες δημιούργησαν όλες οι οργανώσεις, ακόμα και το Κομμουνιστικό Κόμμα (Ariestoles, Cofites) και το POUM (Ραϊμάτ, Λέιδα). Σ’ αυτές συμμετείχαν 758 χιλιάδες άνθρωποι στον αγροτικό τομέα και 1,18 εκατομμύρια στη βιομηχανία, δηλαδή μίνιμουμ 1,938 εκατομμύρια εργαζομένων σ’ ένα σύνολο ενεργού πληθυσμού 5 εκατομμυρίων στο τμήμα της Ισπανίας που βρισκόταν κάτω από τον έλεγχο των Δημοκρατικών.[26]

Όμως τι ήταν οι κολεκτίβες και πως συνδέονται με την αυτοδιαχείριση; 

Οι κολεκτίβες που οργανώθηκαν από την CNT (την αναρχοσυνδικαλιστική συνομοσπονδία) ήταν είτε γεωργικές κοινότητες, είτε βιομηχανικές κοινότητες, είτε ολόκληροι κλάδοι εργασίας στο εσωτερικό μιας περιοχής (όπως η κολεκτίβα των ψαράδων στην Άντρα), στις οποίες οι εργαζόμενοι και οι κάτοικοι εφάρμοζαν οριζόντιες σχέσεις εργασίας, χωρίς εσωτερικές ιεραρχίες, με γνώμονα την παραγωγή για την ικανοποίηση των αναγκών της κοινότητας και την ανταλλαγή με άλλες κοινότητες όχι με σκοπό το κέρδος αλλά τη συνεργασία και την αλληλοϋποστήριξη.

Όπως είπαμε, όμως, κολεκτίβες δημιούργησαν όλες οι οργανώσεις και όχι μόνο η CNT. Συνεπώς παρατηρήθηκε μια απόκλιση μεταξύ του προσανατολισμού των διαφόρων κολεκτίβων, που απηχούσε στην ουσία την απόκλιση των αρχών και της ιδεολογίας κάθε οργάνωσης που στήριζε την κάθε κολεκτίβα. Δεν ίσχυαν δηλαδή σε όλες οι ίδιες αρχές. Για παράδειγμα υπήρχαν, ειδικά στην αρχή, τεράστιες μισθολογικές διαφορές μεταξύ των κολεκτίβων, κάτι που τροφοδοτούσε τον ανταγωνισμό και άρα την επιστροφή στις καπιταλιστικές σχέσεις ανταλλαγής και παραγωγής. Η CNT επιχείρησε να το αντιμετωπίσει στις δικές της κολεκτίβες θεσπίζοντας ένα συγκεκριμένο ενιαίο μισθολόγιο ανάλογα με την εξειδίκευση των εργαζομένων και το οποίο θα ίσχυε σε όλες τις κολεκτίβες της ανεξάρτητα αν ήταν αγροτικές ή βιομηχανικές.[27]

Οι εργαζόμενοι στις κολεκτίβες προσπάθησαν να αυξήσουν την παραγωγή μέσω της χρήσης λιπασμάτων και μηχανημάτων στον τομέα της γεωργίας και με έναν γενικότερο εξορθολογισμό της παραγωγικής διαδικασίας. Δυστυχώς οι συνεχείς βομβαρδισμοί, που προκαλούσαν διακοπές στο ρεύμα στα εργοστάσια, και η έλλειψη κάποιων βασικών πρώτων υλών δεν κατέστησαν πάντοτε δυνατή την προσπάθεια για την παραγωγική ανάπτυξη.[28]

Οι κολεκτίβες αποτέλεσαν επίσης και πολιτισμικά κέντρα, ανοίγοντας βιβλιοθήκες και σχολεία για να αντιμετωπίσουν το φαινόμενο του αναλφαβητισμού. Παρείχαν επιπλέον δωρεάν υγειονομική περίθαλψη και δικαίωμα σύνταξης στους ηλικιωμένους εργαζομένους. Εξαιρετικά προοδευτικό στοιχείο των κολεκτίβων ήταν ότι δεν υπήρχε στο εσωτερικό τους διαχωρισμός πολιτικός, καθώς σ’ αυτές μπορούσαν να συμμετέχουν άνθρωποι από όλο το δημοκρατικό φάσμα καθώς και μετανοημένοι εχθροί (πρώην φασίστες). Στον τομέα της ανταλλαγής με το μη-κολεκτιβοποιημένο κόσμο οι κολεκτίβες βασίζονταν σε μια συνομοσπονδία. Είχαν επίσης ένα κοινό ταμείο αλληλεγγύης για τη στήριξη των πιο αδύναμων κολεκτίβων.[29]

Ποια ήταν, όμως, τα προβλήματα των κολεκτίβων, τα οποία τελικά οδήγησαν και στην κατάπνιξή τους από το φασισμό; 

Θεμελιώδες υπήρξε το πρόβλημα της απομόνωσης που επέδειξαν κάποιες κολεκτίβες, οι οποίες, αγνοώντας «αυτιστικά» το πολεμικό περιβάλλον, περιχαρακώθηκαν στην κοινότητά τους, υιοθέτησαν μια λογική «συλλογικής αυτοεκμετάλλευσης» ή «νεοκαπιταλισμού», δηλαδή ασπάστηκαν τις αρχές της αγοράς, με αποτέλεσμα να προσπαθούν να ανταγωνιστούν και όχι να συνεργαστούν με άλλες κολεκτίβες, λειτουργώντας ακριβώς όπως μια κανονική επιχείρηση, που έχει απλά ως ιδιαιτερότητα πολλά αφεντικά αντί ενός (κάτι σαν τις μετοχικές εταιρείες ή σαν τους παραδοσιακούς συνεταιρισμούς). 

Το πρόβλημα αυτό στοιχειώνει τα πειράματα αυτοδιαχείρισης μέχρι και σήμερα (όπως θα περιγράψουμε παρακάτω) και οφείλεται στο γεγονός ότι ο νόμος της αξίας, ο θεμελιώδης νόμος του καπιταλισμού, με βάση τον οποίο οι επιχειρήσεις ανταγωνίζονται μεταξύ τους για τη διεκδίκηση καλύτερου μεριδίου στην αγορά, λειτουργεί, όχι μόνο σε εθνική αλλά και σε παγκόσμια κλίμακα, δρώντας ως συγκολλητική ουσία που φέρνει σε επαφή τα προϊόντα της εργασίας ανεξάρτητων παραγωγών. Παρακάτω, όταν θα αναλύουμε την περίπτωση της Αργεντινής θα επανέλθουμε αναλυτικότερα στο ζήτημα αυτό.

Κάποιες κολεκτίβες, πάντως, προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν, αρκετά επιτυχημένα μερικές φορές, την τάση αυτή επιστροφής στις παλιές σχέσεις παραγωγής και ανταλλαγής, μέσω σύναψης σχέσεων με τα συνδικάτα της βιομηχανίας και απειλώντας με διακοπή σε πρώτες ύλες τις κολεκτίβες εκείνες που απέκλιναν από την αρχή του κοινοτισμού και της συνεργασίας.[30]  

Τελικά, όμως, η απομόνωση και η περιχαράκωση κάποιων κολεκτίβων έφτασε στο σημείο να μετατραπεί, πολλές φορές, σε μια ανοιχτή απώθηση και άρνηση της πραγματικότητας του πολέμου, κάτι που οδήγησε σε καταστάσεις αυτοκτονικής ιδεοληψίας. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του γεγονότος που έλαβε χώρα στη Βαρκελώνη την 21η Ιουλίου του 1936, όπου ο πρόεδρος της Καταλονίας πρότεινε την παράδοση της εξουσίας στους ένοπλους εργάτες της περιοχής, οι οποίοι είχαν συντρίψει την αστική τάξη. Οι εργάτες αρνήθηκαν, γιατί όπως είπε ένας από τους αναρχικούς ηγέτες τους: 

«Θα μπορούσαμε να παραμείνουμε μόνοι, να επιβάλουμε την απόλυτη θέληση μας, να ακυρώσουμε το Καταλανικό κράτος, και να επιβάλλουμε την πραγματική εξουσία του λαού στη θέση του, αλλά δεν πιστεύαμε στη δικτατορία όταν ασκούνταν εναντίον μας, και δεν τη θέλαμε όταν θα μπορούσαμε να την ασκήσουμε οι ίδιοι εις βάρος άλλων».[31] 

Αναλογιζόμενοι την τελική έκβαση του πολέμου, την επικράτηση του Φράνκο μέσα σ’ ένα λουτρό αίματος και τη δικτατορία του τελευταίου μέχρι το 1975, δεν μπορούμε παρά να στιγματίσουμε τη στάση αυτών των αναρχικών ως το αποκορύφωμα της πολιτικής τύφλωσης και ως το απόγειο του κοινωνικού κρετινισμού.

Δεύτερο σφάλμα των κολεκτίβων ήταν ότι δεν κράτησαν λογιστικά στοιχεία για τη βέλτιστη οργάνωση της παραγωγής λόγω των περιορισμένων γνώσεων των συμμετεχόντων. Παρότι διεξήχθησαν εκπαιδευτικά σεμινάρια το πρόβλημα παρέμεινε καθότι το Κομμουνιστικό Κόμμα δεν στήριξε τη προσπάθεια. Το πρόβλημα αυτό της έλλειψης των απαραίτητων γνώσεων από την πλευρά των εργαζομένων που αποπειρώνται να διαχειριστούν μόνοι τους συλλογικά την παραγωγή είναι ένα ακόμη πρόβλημα που συναντάται και σήμερα και το οποίο θα σχολιάσουμε εκτενέστερα παρακάτω σε επόμενο κεφάλαιο.

Το κίνημα της αυτοδιαχείρισης στη Λατινική Αμερική


Ο καθηγητής και δημοσιογράφος Raul Zibechi εισάγει άψογα τον αναγνώστη στο περιβάλλον που επικρατεί στη Λατινική Αμερική τις τελευταίες δεκαετίες: 
«Μια ήπειρος σε συνεχή αναβρασμό, σε αλλαγή, σε κίνηση. Δύο δεκαετίες αλλεπάλληλων κρίσεων, λιτότητας και καταστολής. Δύο δεκαετίες στη διάρκεια των οποίων οι διαρθρωτικές αλλαγές που υπαγόρευσε η Συναίνεση της Ουάσινγκτον[32] επιχείρησαν να επιβάλουν ένα ιεραρχικό και αυταρχικό μοντέλο κοινωνίας. Παράλληλα, όμως, δύο δεκαετίες αντιστάσεων, λαϊκής οργάνωσης και κοινωνικών εκρήξεων που απονομιμοποίησαν το επιβαλλόμενο από τα πάνω μοντέλο. Οι ισχυροί τελικά δεν πέτυχαν το στόχο τους, να ελέγξουν δηλαδή και να χειραγωγήσουν τα λαϊκά στρώματα της ηπείρου μας προκειμένου να λεηλατήσουν τον πλούτο τους. Έχω την εντύπωση ότι βρισκόμαστε σε μια φάση ασταθούς ισορροπίας, που διαμορφώνεται από τρείς αποφασιστικούς παράγοντες: τις υπερεθνικές και τις τοπικές ελίτ, τις κυβερνήσεις που αγωνίζονται για να υπερβούν το νεοφιλελευθερισμό, και τα κοινωνικά κινήματα».[33]

Αργεντινή


Δύο δεκαετίες μνημονίων, δύο δεκαετίες λιτότητας, κρίσεων και καταστολής. Αυτό υφίσταται η Λατινική Αμερική από τη δεκαετία του ’90. 

Η Αργεντινή υπό μια έννοια, λοιπόν, δεν μπορούσε να αποτελέσει την εξαίρεση. Στη χώρα επιβλήθηκαν τα οικονομικά μέτρα του νεοφιλελευθερισμού με αποτέλεσμα να αλλάξει η παραγωγική διάρθρωση της χώρας, οδηγούμενη έτσι στο μαζικό κλείσιμο εργοστασίων και στο πέρασμα εκατομμυρίων εργαζομένων στην ανεργία. Από μια άλλη οπτική γωνία, όμως, η Αργεντινή είναι όντως ξεχωριστή όσον αφορά στο κοινωνικό κίνημα που αναπτύχθηκε ως αντίδραση στο νεοφιλελευθερισμό και το οποίο πήρε (από τους ίδιους τους εργαζόμενους που συμμετείχαν) την ονομασία «κίνημα των Ανακτημένων Επιχειρήσεων». 

Φυσικά, κινήματα αυτοδιαχείρισης αναπτύχθηκαν και σε άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής, όμως, πέρα από κάθε αμφιβολία, στην Αργεντινή πήραν τις πιο ευρείες διαστάσεις και απέκτησαν τα μεγαλύτερα ερείσματα στην κοινωνική ζωή. Όπως υποδηλώνει και το όνομα του κινήματος των «Ανακτημένων Επιχειρήσεων», οι εργάτες, εξωθούμενοι στην ανεργία που ισοδυναμεί με ακραία φτώχεια, καταλαμβάνουν την επιχείρηση που ο εργοδότης έχει κλείσει και επιχειρούν να ξεκινήσουν την παραγωγή για λογαριασμό τους μέσω μια δημοκρατικής συλλογικότητας. Και όταν λέμε δημοκρατική συλλογικότητα, εννοούμε μια οργάνωση που είτε προϋπήρχε, είτε δημιουργήθηκε για τις ανάγκες του αγώνα και στην οποία οι εργαζόμενοι αποφασίζουν από κοινού, χωρίς ιεραρχικές και πυραμιδικές δομές, την πορεία δράσης τους κατά τη φάση της κατάληψης και έπειτα τη διαχείριση της ίδιας της παραγωγής.

Οι συμμετέχοντες αποφάσισαν να ονομάσουν έτσι το κίνημα τους για να το διακρίνουν από τους συνεταιρισμούς που δρούσαν ως νομικώς καλυμμένες υπερεργολαβίες. Πολλοί εργοδότες, με τη σιωπηρή αποδοχή των αρχών, απέλυαν τους εργαζόμενούς τους και τους επαναπροσλάμβαναν στο συνεταιρισμό τους, στον οποίο έκαναν την ίδια δουλειά, χωρίς όμως ο ιδιοκτήτης να έχει την υποχρέωση να καταβάλλει εργοδοτικές εισφορές, ενώ παράλληλα μπορούσε να διώξει τον οποιοδήποτε υπάλληλο ανά πάσα στιγμή, λύνοντας το συμβόλαιό του με το συνεταιρισμό. Δεν μας κάνει εντύπωση, λοιπόν, που το κίνημα των  Αν.Επ. δεν ήθελε να έχει καμία επαφή με το συνεταιριστικό κίνημα, παρότι το τελευταίο ήταν παλιότερο και είχε ρίζες από το 19ο αιώνα.[34]

Αυτή τη στιγμή στη χώρα, σύμφωνα με τη μελέτη του Αντρές Ρουτζέρι, υπάρχουν 310 «Ανακτημένες Επιχειρήσεις από τους εργαζόμενούς τους» (εφεξής για συντομία, Αν.Επ.).[35] Η πορεία του κινήματος, αν και έχει σαφείς καταβολές στη δεκαετία του ’90, δεν έμεινε στατική αλλά ακολούθησε μια πορεία που αντιστοιχεί σε γενικές γραμμές στην οικονομική κατάσταση της χώρας. 

Έτσι ο κολοφώνας της ιστορικής του διαδρομής ήταν η μεγάλη κρίση του 2001-2003 που έπληξε τη χώρα και έφερε τη περονική κυβέρνηση Κίρχνερ στην εξουσία. Στην παγκόσμια κρίση του 2007-2009 το κίνημα δεν βρέθηκε σε ανάλογη έξαρση, ενώ η επέκτασή του επιταχύνθηκε στα χρόνια 2010-2013 (ανακτήθηκαν 64 επιχειρήσεις όλων των ειδών).

Η σχέση του κινήματος των Αν.Επ. με το κράτος κινήθηκε από μια στάση ουδέτερη στη φάση που το κράτος ακόμη ήταν αδύναμο λόγω της κρίσης του 2001-2003, πέρασε σε μια φάση ελαφρώς ευνοϊκή (ή μάλλον συγκεχυμένη) επί Νέστορ Κίρχνερ, κατά τη διάρκεια της οικονομικής και κοινωνικής ανασυγκρότησης, και κατέληξε σε μια στάση ανοιχτά εχθρική (ειδικά από τη κυβέρνηση του Μπουένος Άιρες) όταν η κρίση ξεπεράστηκε.[36]

Η απάντηση των συνδικάτων στις καταλήψεις των επιχειρήσεων ήταν τις περισσότερες φορές ανύπαρκτη, κάποιες άλλες αναποτελεσματική και σε κάποιες περιπτώσεις ανοιχτά στο πλευρό των εργοδοτών. Εξαιρέσεις συνδικάτων που στήριξαν ολόψυχα τις Αν. Επ. ήταν η UOM (Μεταλλουργική Εργατική Ένωση) και η Ομοσπονδία Τυπογράφων του Μπουένος Άιρες. Η αρνητική στάση των συνδικάτων οφείλεται στη γραφειοκρατική τους δομή και τη στενή τους σύνδεση με το κράτος, χαρακτηριστικά που απόκτησαν όντας μέρος του κινήματος του περονισμού. Γι’ αυτούς τους λόγους οι περισσότερες Αν. Επ. σήμερα δεν διατηρούν καμία οργανική σχέση με τα παλιά τους συνδικάτα, με εξαίρεση τα προαναφερθέντα.[37]

Τι προβλήματα αντιμετώπισαν οι Αν. Επ.; 

Τα κυριότερα από τα προβλήματα που βρήκαν μπροστά τους οι εργαζόμενοι των Αν.Επ. κατηγοριοποιούνται σε 4 ομάδες: 1) Έλλειψη κεφαλαίου κίνησης, 2) Απουσία νομικού πλαισίου για τη στήριξη των Αν.Επ., 3) Έλλειψη τεχνογνωσίας και ικανοτήτων management από τους εργαζομένους, 4) Επίδραση της υπάρχουσας τεχνολογίας και της υφιστάμενης οργάνωσης της εργασίας στη συνείδηση των εργαζομένων.

  • Απουσία κεφαλαίου κίνησης:

Αφού κατέλαβαν το εργοστάσιο ή την επιχείρηση, οι εργαζόμενοι πρέπει τώρα να προχωρήσουν στην επανέναρξη της παραγωγής. Σε πολλές περιπτώσεις εργοστασίων οι απερχόμενοι εργοδότες, κλείνοντας την επιχείρηση, είτε μεταφέρουν τον τεχνικό εξοπλισμό σε κάποιο άλλο σημείο, είτε καταστρέφουν όλα τα μέσα παραγωγής προκειμένου αυτή να παραμείνει κλειστή. Οι εργαζόμενοι σ’ αυτή, λοιπόν, ενώ φαινομενικά έχουν καταλάβει τα μέσα παραγωγής έρχονται μπροστά στο παράδοξο της έλλειψης αυτών στη πράξη. Επιπλέον αφήνουν ένα τεράστιο παθητικό στην επιχείρηση, από κομμένο ρεύμα και νερό έως δυσθεώρητα χρέη.

Σε κάθε περίπτωση μια Αν.Επ., ακόμα και αν η επιχείρηση είναι σε καλή κατάσταση -κάτι που σπάνια ισχύει- πρέπει καταρχάς να αντιμετωπίσει το σκόπελο της έλλειψης κεφαλαίου κίνησης, του χρηματικού ποσού εκείνου δηλαδή που απαιτείται για την αγορά πρώτων υλών και άλλων προμηθειών ώστε να λειτουργήσει εκ νέου η επιχείρηση. Το κράτος, όπως είδαμε, όντας από αδιάφορο έως εχθρικό (με την εξαίρεση ίσως της περιόδου του 2003) δεν δύναται και δεν επιθυμεί να διαθέσει το αναγκαίο κεφάλαιο για την έναρξη του παραγωγικού κύκλου.

Ομοσπονδίες και συνομαδώσεις Αν.Επ., μέσω ενός κοινού ταμείου, προσπαθούν να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα συνδράμοντας τις επιχειρήσεις που μόλις ξεκινούν. Το κίνημα, όμως, παρότι μαχητικό είναι ακόμα πολυδιασπασμένο ώστε τέτοιες λύσεις να είναι εφικτές. Επιπλέον, ακόμα και αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, θα αφορούσε επιχειρήσεις μικρές, ίσως και μεσαίες, ενώ απαγορευτικά θα ήταν τα κεφάλαια κίνησης για μια μεγάλη επιχείρηση.

Εξ ου και η ανάκτηση πολλών μικρών ή μεσαίων επιχειρήσεων (με μέσο όρο τους 30 εργαζομένους) και ελάχιστων μεγάλων επιχειρήσεων. Μια μεγάλη επιχείρηση απαιτεί τεράστια ποσά επένδυσης για την επανέναρξη της παραγωγής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η πρώην Gatic, στην οποία για να ξεκινήσει ξανά η παραγωγή (αθλητικών παπουτσιών) και να φτάσει στο 50% της παραγωγικής της δυνατότητας, απαιτούσε το 2004 μισό εκατομμύριο δολάρια.[38]

Η λύση στην οποία καταφεύγουν οι εργαζόμενοι είναι η λύση της παραγωγής φασόν. Σ’ αυτό το παραγωγικό σχήμα οι εταιρείες δουλεύουν για λογαριασμό τρίτου, ο οποίος τους προμηθεύει τις πρώτες ύλες ή το αναγκαίο κεφάλαιο και παίρνει το τελικό προϊόν για να το διαθέσει στην αγορά. Η παραγωγή φασόν είναι μια υπαναχώρηση του κινήματος σε περιόδους του παρελθόντος και δη στον 16ο-17ο αιώνα, όπου κυριαρχούσε η οικοτεχνική βιομηχανία, στην οποία ο έμπορος είχε μετατραπεί σε προαγοραστή (buyer up) - χονδρέμπορο και ο ανεξάρτητος τεχνίτης μετατράπηκε σε εξαρτημένο εργάτη χειροτεχνίας. Στην οικοτεχνική βιομηχανία ο έμπορος - προαγοραστής αγόραζε το σύνολο της παραγωγής του χειροτέχνη, ενώ αναλάμβανε ο ίδιος να τον προμηθεύσει με τις πρώτες ύλες (νήμα, μαλλί).[39]

Με το σχήμα της φασόν παραγωγής ουσιαστικά εξανεμίζεται κάθε αυταπάτη περί πραγματικού ελέγχου της παραγωγικής διαδικασίας από τους εργάτες. Ο υποτιθέμενος «πελάτης», ο οποίος προμηθεύει τις πρώτες ύλες και το κεφάλαιο κίνησης και απαιτεί το προϊόν της παραγωγής, δεν είναι τίποτα άλλο από ένα νέο αφεντικό και η «αυτοδιαχειριζόμενη» επιχείρηση μετατρέπεται σε «εξωτερικό» σκέλος της παραγωγής της εταιρείας στην οποία πουλά τις υπηρεσίες της. Ο ρυθμός και οι ώρες (η ένταση δηλαδή) της εργασίας, το τι θα παραχθεί, το πότε και αν θα μειωθούν οι μισθοί και τελικά το πού θα διατεθούν τα πλεονάσματα (κέρδη) της παραγωγής, υπαγορεύονται από τον «πελάτη» και το χρονοδιάγραμμα της παραγγελίας που έχουν αναλάβει. Αν δεν τα κάνει αυτά η Αν.Επ. τότε απλά, όπως κάθε άλλη επιχείρηση, θα πεταχτεί εκτός αγοράς από τις ανταγωνιστικές εταιρείες του ίδιου παραγωγικού κλάδου.[40]

Για να μπορέσει μια Αν. Επ. να αποκτήσει έναν, στοιχειώδη έστω, έλεγχο της παραγωγικής διαδικασίας πρέπει να δημιουργήσει με άλλες Αν.Επ. μια αξιακή αλυσίδα, δηλαδή μια αλληλουχία εταιρειών που να προσθέτει η κάθε μία αξία σε μια πρώτη ύλη μέχρι να παραχθεί το τελικό προϊόν και το οποίο θα διατεθεί στην αγορά (π.χ. εξαρτήματα αυτοκινήτων). Επίσης πρέπει να συνεργαστούν Αν. Επ. διαφορετικών μορφών κεφαλαίου (εμπορικό, χρηματικό, παραγωγικό κεφάλαιο).

Και πάλι, ακόμα και αν αγνοήσουμε την ανεπαρκή προς το παρόν κατάσταση του κινήματος, ο νόμος της αξίας, ο νόμος δηλαδή που επιβάλλει τον ανταγωνισμό μεταξύ των παραγωγικών μονάδων, θα συνεχίσει να επιδρά ακόμη και αν το σχήμα των Αν.Επ. οργανώσει όλη την εθνική παραγωγή. Όπως το έλεγε ο Μαρξ: 

«Ο βιομήχανος κεφαλαιοκράτης έχει μπροστά του πάντα την παγκόσμια αγορά, συγκρίνει και είναι υποχρεωμένος πάντα να συγκρίνει τις δικές του τιμές κόστους με τις τιμές της αγοράς όχι μονάχα της πατρίδας του, αλλά όλου του κόσμου».[41]

Απόδειξη αυτής της θέσης είναι η ίδια η περίπτωση της Σοβιετική Ένωσης, στο εσωτερικό της οποίας έπαψε να κυριαρχεί ο ανταγωνισμός, καθότι αντικαταστάθηκε από τον κεντρικό κρατικό σχεδιασμό, αλλά αυτό δεν εμπόδισε τους νόμους του κεφαλαίου να επιδράσουν σ’ αυτήν μέσω του ανταγωνισμού στους στρατιωτικούς εξοπλισμούς στον οποίο αναγκάστηκε να επιδοθεί για να αντιμετωπίσει τις Η.Π.Α. Αυτός ο εξωτερικά επιδρών ανταγωνισμός ανάγκασε τη Ρωσία να δώσει δυσανάλογα μεγάλο βάρος στην παραγωγή μέσων καταστροφής εις βάρος της παραγωγής καταναλωτικών αγαθών για την ευημερία του πληθυσμού.

Ο Άντον Πάνεκουκ, ένας από τους σημαντικότερους θεωρητικούς του ρεύματος που ονομάστηκε «Συμβουλιακός Κομμουνισμός» (από το εργατικό συμβούλιο), όταν τοποθετούνταν στο πρόβλημα υπέρβασης του ανταγωνισμού, έλεγε τα εξής: 

«Όταν οι εργάτες θα διευθύνουν τις μηχανές, θα τις χρησιμοποιήσουν για την παραγωγή όλων όσων χρειάζεται η ζωή της κοινωνίας. Αυτό θα γίνει εφικτό μόνο με το συνδυασμό όλων των εργοστασίων, ως επιμέρους μελών του ίδιου σώματος, σ’ ένα καλοοργανωμένο σύστημα παραγωγής».[42]

Η ένωση όλων των εργοστασίων της κοινωνίας είναι προϋπόθεση για τη διεύθυνση της παραγωγής από τους εργάτες. Δεδομένου ότι ο όρος «κοινωνία» είναι μια ιστορική κατηγορία, στην εποχή μας, στην εποχή δηλαδή της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, όπου έχει μεγιστοποιηθεί η οικονομική αλληλεπίδραση μεταξύ των κρατών, αποκτά περιεχόμενο που μπορεί να κατανοηθεί μόνο αν ιδωθεί σε παγκόσμιο επίπεδο, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά στα θέματα της οικονομίας. Συνεπώς η ρήση του Πάνεκουκ μας υπενθυμίζει ουσιαστικά ότι πραγματική αυτοδιαχείριση μέσα στο πλαίσιο του καπιταλισμού είναι αδύνατη. 

Στον καπιταλισμό μόνο συνεταιρισμούς μπορούν να φτιάξουν οι εργαζόμενοι καταλαμβάνοντας ένα εργοστάσιο ή μια επιχείρηση και για κανένα λόγο δεν μπορούμε να μιλάμε για συλλογική ιδιοκτησία του χώρου εργασίας τους. Οι εργαζόμενοι στην καλύτερη περίπτωση αρκούνται στον έλεγχο και όχι στην ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής. Ακριβώς όπως οι αγρότες στην φεουδαρχία που είχαν την κατοχή και ο φεουδάρχης είχε την κυριότητα των μέσων παραγωγής.

  • Νομική επισφάλεια:

Στην Αργεντινή δεν υπάρχει κάποιο νομικό πλαίσιο, πάνω στο οποίο μπορούν να στηριχτούν οι Αν.Επ. Η δικαστική εξουσία τάσσεται απέναντι στις Αν.Επ. ανακηρύσσοντας αντισυνταγματικές τις απαλλοτριώσεις των επιχειρήσεων και προχωρώντας στην εκποίηση της επιχείρησης ή/και εκδίωξη του προσωπικού της Αν.Επ. Αρνείται μάλιστα να αναγνωρίσει στην πράξη απαλλοτρίωσης της εγκαταλελειμμένης επιχείρησης μια βάση «δημοσίου» ή «κοινωνικού» συμφέροντος, αφού, κατά τους δικαστές, οι εργαζόμενοι κινούνται με καθαρά προσωπικό και ιδιοτελές κίνητρο για τη συλλογική εκμετάλλευση της επιχείρησης. «Είναι αρκετά προφανής η ιδεολογική στάση των δικαστών αυτών, οι οποίοι επιβάλλουν στους εργαζομένους – και στην κοινωνία ολόκληρη - το κριτήριο του οικονομικού ορθολογισμού, σύμφωνα με το οποίο η μεγιστοποίηση του κέρδους αποτελεί το πρωταρχικό και υπέρτατο κίνητρο οποιασδήποτε ανθρώπινης ύπαρξης στην οικονομική σφαίρα (η οποία για αυτούς φαίνεται να περικλείει την ολότητα της ανθρώπινης δραστηριότητας). Αγνοούν έτσι το γεγονός ότι πολλές Αν.Επ. φιλοξενούν ποικίλες κοινωνικές και πολιτιστικές δραστηριότητες οι οποίες υπερβαίνουν τα στενά όρια του προσπορισμού οικονομικών οφελών, πράγμα που θα ήταν αποκλειστική επιδίωξη της επιχείρησης αν παρέμενε υπό ιδιωτική διαχείριση».[43]

Οι Αν.Επ. ελλείψει σαφούς και ευνοϊκού νομοθετικού πλαισίου και φιλικά διακείμενης κυβέρνησης (τοπικής ή της ομοσπονδιακής) αναγκάζονται να υιοθετήσουν τη νομική μορφή του συνεταιρισμού, χωρίς, όπως είπαμε και παραπάνω, να ενστερνίζονται κατ’ ανάγκη τη συμβατική συνεταιριστική λογική. Με τη μορφή του εργατικού συνεταιρισμού επιδιώκουν να στοιχειοθετήσουν την εργασιακή συνέχεια από το δικαστήριο που κήρυξε τη πτώχευση. Έπειτα προχωρούν στην απαλλοτρίωση της ιδιοκτησίας και πιέζουν πολιτικά τη νομοθετική και εκτελεστική εξουσία, ώστε να αποφανθούν με γνώμονα το δικαίωμα στην εργασία και όχι με βάση το δικαίωμα της ατομικής ιδιοκτησίας.

  • Έλλειψη τεχνογνωσίας: 

Εδώ βρίσκουμε ξανά το πρόβλημα της έλλειψης τεχνογνωσίας που αντιμετώπισαν οι εργαζόμενοι στις κολεκτίβες κατά τον Ισπανικό εμφύλιο, μόνο που η αιτία εμφάνισής του είναι σαφώς διαφορετική.

 Όπως μας περιγράφει ο Ρουτζέρι: 

«Στις Αν.Επ. παραμένουν οι εργαζόμενοι εκείνοι που δεν έχουν άλλη επιλογή πέραν της παραμονής μέχρι τέλους, ενώ σε γενικές γραμμές αποχωρούν τα στελέχη που είναι υπεύθυνα για την πρόσβαση της εταιρείας στην αγορά».[44] 

Συνεπώς πολλές Αν. Επ. μένουν χωρίς εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό για τη διαχείριση της παραγωγής και για τη χάραξη στρατηγικών για τις πωλήσεις. Αντιμετωπίζοντας αυτό το πρόβλημα το Πανεθνικό Κίνημα Ανακτημένων Επιχειρήσεων στράφηκε στα πανεπιστήμια για την παροχή συμβουλών ή ακόμα και συμβούλων ως υπαλλήλους προκειμένου να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα των Αν. Επ. Επίσης διοργανώνονται σεμινάρια επιμόρφωσης για να εκπαιδευτούν οι ανειδίκευτοι εργάτες στα ζητήματα που απαιτεί η διεύθυνση μιας εταιρείας. Η δυσκολία που παρατηρείται σε πολλές Αν.Επ. των εργαζομένων να προσαρμοστούν στη νέα κατάσταση, εμπλουτίζοντας τις γνώσεις τους, οδηγεί πλειστάκις στην ψυχολογική παραίτηση και στην αναβίωση των γραφειοκρατικών-ιεραρχικών λογικών της ανάθεσης.

Για άλλη μια φορά, λοιπόν, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι χωρίς την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας από ένα κόμμα και την έναρξη από αυτό μιας εκπαιδευτικής εκστρατείας που θα αγκαλιάζει όλον τον πληθυσμό χωρίς διακρίσεις και αποκλεισμούς, δεν πρόκειται ποτέ να αρθεί ο καταμερισμός πνευματικής και χειρωνακτικής εργασίας, αποβαίνοντας εις βάρος της οικονομικής δημοκρατίας στο εσωτερικό της επιχείρησης.

  • Τεχνολογία, οργάνωση της εργασίας και συνείδηση των εργαζομένων: 

Πολλοί σοσιαλιστές επηρεάστηκαν έντονα από τις απόψεις του Ένγκελς και του Λένιν πάνω στα ζητήματα της τεχνολογίας, της οργάνωσης και της διοίκησης της εργασίας. 

Να τι έγραφε ο Ένγκελς: 

«Ας πάρουμε για παράδειγμα ένα κλωστήριο βαμβακιού. Το βαμβάκι πρέπει να περάσει τουλάχιστον από έξι διαδοχικές επεξεργασίες προτού αποκτήσει τη μορφή τού νήματος. Οι επεξεργασίες αυτές γίνονται - στο μεγαλύτερό τους μέρος - σε διάφορες αίθουσες. Χώρια απ’ αυτό χρειάζονται, για να λειτουργούν τα μηχανήματα, διπλωματούχοι μηχανικοί, για να επιβλέπουν τις ατμομηχανές, μηχανουργοί για τρέχουσες επιδιορθώσεις και πολλοί ανειδίκευτοι εργάτες πού μεταφέρουν τα προϊόντα από τη μια αίθουσα στην άλλη κλπ. Όλοι αυτοί οι εργάτες άντρες, γυναίκες και παιδιά, είναι υποχρεωμένοι ν' αρχίζουν και να τελειώνουν τη δουλειά τους μιαν ορισμένη ώρα πού την ορίζει το κύρος του ατμού, που δε δίνει μια δεκάρα για την ατομική αυτονομία… Τουλάχιστον για τις ώρες εργασίας μπορούμε να γράψουμε πάνω απ' την είσοδο αυτών των εργοστασίων. Lasciate ogni autonomia, voi che entrate! [Σεις που μπαίνετε εδώ μέσα αφήστε κάθε ιδέα για αυτονομία]. Αν ο άνθρωπος υπόταξε τις δυνάμεις της φύσης με τη βοήθεια της επιστήμης και της εφευρετικής μεγαλοφυΐας, όμως κι αυτές εκδικούνται υποβάλλοντας τον, στο βαθμό πού τις υποτάσσει στην υπηρεσία του, σ' έναν αληθινό δεσποτισμό, πού είναι ανεξάρτητος από κάθε κοινωνική οργάνωση. Το να θέλουμε να καταργήσουμε το κύρος στη μεγάλη βιομηχανία είναι σαν να θέλουμε να καταργήσουμε την ίδια τη βιομηχανία, είναι σαν να θέλουμε να καταστρέψουμε την ατμοκίνητη νηματουργία και να γυρίσουμε πίσω στο ροδάνι».[45]
Ο, δε, Λένιν έλεγε τα εξής: 

«Ο Ρώσος είναι ένα κακός εργάτης σε σχέση με αυτούς των ανεπτυγμένων χωρών. Δεν θα μπορούσε να ήταν διαφορετικά κάτω από το τσαρικό καθεστώς και με δεδομένη την διατήρηση των καταλοίπων από τη σκλαβιά. Το καθήκον που η Σοβιετική κυβέρνηση πρέπει να αναθέσει στους ανθρώπους σε όλο του το εύρος είναι – να μάθουν να δουλεύουν. Το Τεϊλορικό σύστημα, η τελευταία λέξη του καπιταλισμού από αυτή την άποψη, όπως και όλη η καπιταλιστική πρόοδος, είναι ένας συνδυασμός της εκλεπτυσμένης βαρβαρότητας της αστικής εκμετάλλευσης και ενός συνόλου από τα μεγαλύτερα επιστημονικά επιτεύγματα στο πεδίο της ανάλυσης των μηχανικών κινήσεων κατά τη διάρκεια της εργασίας, η εξάλειψη των περιττών και αδέξιων κινήσεων, η ανάπτυξη των σωστών μεθόδων εργασίας, η εισαγωγή του καλύτερου συστήματος λογιστικής και ελέγχου, κτλ... Πρέπει να οργανώσουμε στη Ρωσία τη μελέτη και την διδασκαλία του Τεϊλορικού συστήματος και να το δοκιμάσουμε συστηματικά και να το προσαρμόσουμε στους δικούς μας σκοπούς».[46]

Από τα παραπάνω αποσπάσματα προκύπτει μια θεώρηση της τεχνολογίας και της οργάνωσης της εργασίας ως ουδέτερων και ευέλικτων δυνάμεων που μπορούν κάλλιστα να χρησιμοποιηθούν κάτω από οποιεσδήποτε παραγωγικές σχέσεις, χωρίς να τις επηρεάζουν. Στην πραγματικότητα δεν είναι ακριβώς έτσι τα πράγματα.

Ας πάρουμε για παράδειγμα το Τεϊλορικό σύστημα (ή αλλιώς «επιστημονικό μάνατζμεντ») που επικαλείται ο Λένιν. Σκεφτείτε έναν εργάτη υπό καθεστώς Τεϊλορισμού να κάνει ένα συγκεκριμένο και περιορισμένο αριθμό και είδος κινήσεων όλη την εργάσιμη μέρα, κάθε εργάσιμη μέρα, όλο το χρόνο, για όλη ή για ένα μεγάλο μέρος της ζωής του. Μόνο ένας ελαφρά αυτιστικός, πάσχων από Asperger, θα μπορούσε να λατρέψει μια τέτοια δουλειά.[47] 

Έπειτα η κανονικοποίηση της παραγωγής στο Τεϊλορικό σύστημα αποξενώνει τον εργάτη από το προϊόν της εργασίας του, αποτρέποντάς τον να νιώσει παραγωγός - δημιουργός. Ο Τεϊλορισμός κατακρεουργεί και «αλλοτριώνει» (σύμφωνα με την ορολογία του Μαρξ) την ψυχολογία του εργάτη. Ο εργάτης αρχίζει να νιώθει άχρηστος και όσο περνάνε τα χρόνια η αντίληψη αυτή παγιώνεται μέχρι το σημείο που γίνεται μη-αναστρέψιμη. Επίσης, μην ακονίζοντας τη σκέψη του, μιας και ο Τεϊλορισμός δεν επιτρέπει πρωτοβουλίες και μη προγραμματισμένες παρεμβάσεις, ο εργάτης αποβλακώνεται. [48] Με τον τρόπο αυτό διαιωνίζεται το ιδεολόγημα περί ανθρώπων δύο κατηγοριών. Κάποιων οξυδερκών και «φύσει» ικανών στη διεύθυνση και κάποιων «εκ φύσεως» προορισμένων να ακολουθούν τυφλά εντολές. 

Ο Τεϊλορισμός, λοιπόν, δεν ήταν καθόλου ουδέτερος. Δημιουργήθηκε από τον καπιταλισμό και υπηρετούσε μόνο αυτόν.

Πέραν αυτού μακροπρόθεσμα αποδείχτηκε και αναποτελεσματικός στην ίδια την προσπάθεια του καπιταλισμού για την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας. Ακριβώς επειδή ήταν απάνθρωπος δεν μπορούσε να αξιοποιήσει στο μάξιμουμ τις δυνατότητες του ανθρώπου. Αυτό σταδιακά το ανακάλυψαν οι καπιταλιστές και άρχισαν να δίνουν μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων και σκέψης στους εργαζομένους, προτρέποντάς τους να προτείνουν τρόπους για τη βελτίωση της παραγωγικής διαδικασίας προκειμένου να γίνει πιο αποδοτική. 

Κάπως έτσι γεννήθηκε και ο Τογιοτισμός, η καπιταλιστικά επαγόμενη και ελεγχόμενη «αυτοδιαχείριση» που ξεκίνησε από την Toyota. Καμία σχέση φυσικά με την αυτοδιαχείριση που μελετάμε εδώ, καθώς όπως τόνισα, ο όρος απλά δείχνει μια μεγαλύτερη συμμετοχή των εργαζομένων στην οργάνωση της παραγωγής με γνώμονα πάντα τη μεγιστοποίηση του κέρδους και χωρίς να έχουν λόγο σε οτιδήποτε άλλο. Θα μπορούσε να την αποκαλέσει κανείς νεοφιλελεύθερη εκδοχή της «αυτοδιαχείρισης».

Οι Αν. Επ., κατά συνέπεια, πρέπει να εξετάσουν τρόπους για την προσαρμογή της τεχνολογίας και της οργάνωσης της παραγωγής στο δημοκρατικό και εξισωτικό τρόπο λειτουργίας της επιχείρησης. Στην κατεύθυνση αυτή οι Νοβάις και Νταγκινίνο προτείνουν την «Κοινωνικοτεχνική Προσαρμογή» (εφεξής ΚΤΠ), η οποία εμπεριέχει αλλαγές από το στοιχειώδες επίπεδο ελέγχου της επιχείρησης από τους εργαζομένους μέχρι το ανώτατο και πιο εξελιγμένο επίπεδο της δημιουργίας νέας τεχνολογίας σχεδιασμένης και προσαρμοσμένης στις απαιτήσεις της αυτοδιαχειριζόμενης παραγωγής. Με την ΚΤΠ στοχεύουν στο μετασχηματισμό του «συνόλου των κοινωνικοοικονομικών και περιβαλλοντικών παραγόντων που συγκροτούν τη σχέση μεταξύ επιστήμης, τεχνολογίας και κοινωνίας».[49] 

Προφανώς τα ανώτερα επίπεδα της δημιουργίας νέας τεχνολογίας από την ΚΤΠ μπορούν να επιτευχθούν, αν όχι σε μια κοινωνία χωρίς καπιταλιστικές σχέσεις, τουλάχιστον αφότου ένα δημοκρατικό κόμμα γεννημένο από τους κόλπους κινημάτων όπως αυτό των Αν.Επ., το οποίο θα διέπεται από τις ίδιες αρχές (ισότητα, οριζοντιότητα, δημοκρατία, κ.ο.κ), θα καταλάβει την κυβερνητική εξουσία και θα χρηματοδοτήσει την έρευνα προς αυτή την κατεύθυνση.

Βενεζουέλα


Η Βενεζουέλα, όπως και η υπόλοιπη Λατινική Αμερική, έχει υποφέρει εδώ και δεκαετίες από τις συνέπειες των πολιτικών του νεοφιλελευθερισμού. Το ισοπεδωτικό κύμα των πολιτικών της λιτότητας, που ξεκίνησε στη χώρα στις αρχές της δεκαετίας του ’80, ανακόπηκε με την άνοδο του Τσάβεζ στην εξουσία το 1999. Η Βενεζουέλα επί Τσάβεζ αποτέλεσε έναν πραγματικό φάρο στον αγώνα των λαών της ηπείρου για δημοκρατία, ελευθερία, εθνική ανεξαρτησία και κοινωνική χειραφέτηση.

Το 1999 η κυβέρνηση Τσάβεζ, στηριζόμενη στο νέο σύνταγμα που η ίδια προώθησε, κήρυξε την «Μπολιβαριανή Επανάσταση», μέσω της οποίας εφαρμόστηκαν εκτεταμένες μεταρρυθμίσεις για την παραγωγική ανασυγκρότηση και τον εκδημοκρατισμό της χώρας. Το 2005 η «Μπολιβαριανή Επανάσταση» αναβιβάστηκε ενσωματώνοντας επιπλέον μέτρα για τη μετάβαση στον «Σοσιαλισμό του 21ου αιώνα».

Το κίνημα της αυτοδιαχείρισης στη χώρα μπορεί να μην είναι τόσο κραταιό όσο αυτό της Αργεντινής, όμως παραμένει μοναδικό γιατί δρα και αναπτύσσεται με την κυβέρνηση της χώρας αρωγό και καθοδηγητή της προσπάθειάς του. 

Μάλιστα ο ίδιος ο Τσάβεζ είχε δημόσια δηλώσει ότι επηρεάστηκε βαθύτατα από το βιβλίο «Beyond Capital» του μεγάλου Ούγγρου θεωρητικού, Ιστβάν Μεζάρος, από τον οποίο έμαθε να εκτιμά την αξία της αυτοδιαχείρισης στον αγώνα για την επικράτηση έναντι του καπιταλισμού. Όταν ένας πολιτικός ηγέτης, όπως ο Τσάβεζ ,του οποίου η δράση αποτελεί ορόσημο για τους δημοκρατικούς αγώνες των λαών μια ολόκληρης ηπείρου, επιλέγει ανοιχτά να γνωστοποιήσει τη θεωρία που θα χρησιμοποιήσει ως οδηγό για την πολιτική που θα εφαρμόσει, τότε αξίζει να ασχοληθεί κανείς με το ζήτημα αυτό πιο επισταμένα.

Αναλυτικότερα, λοιπόν, ο Μεζάρος στο 19ο κεφάλαιο του έργου του «Beyond Capital: Toward a Theory of Transition» αναπτύσσει το συλλογισμό του για το «κοινοτικό σύστημα» (communal system), έχοντας ως αφετηρία κυρίως τα γραπτά των Μαρξ-Ένγκελς που θα παραθέσω παρακάτω. 

Συγκεκριμένα ο Μαρξ στα Grundrisse, όταν περιέγραφε το είδος εργασίας στην κομμουνιστική κοινωνία σε αντιδιαστολή με την εργασία στο καπιταλισμό, έγραφε τα εξής: 

«Όπως και αν έχει το πράγμα, το κεφάλαιο έχει δημιουργήσει μια μεγάλη ποσότητα διαθέσιμου χρόνου, έξω από το χρόνο της αναγκαίας εργασίας για την κοινωνία γενικά και για κάθε τομέα της ιδιαίτερα, με άλλα λόγια, ένα περιθώριο χρόνου για την ανάπτυξη όλων των παραγωγικών δυνάμεων του κάθε ατόμου και επομένως και της κοινωνίας… Αλλά, αν και η τάση του είναι να δημιουργεί πάντοτε διαθέσιμο χρόνο, τον μετατρέπει σε υπερεργασία… Οι εργατικές μάζες οφείλουν επομένως να ιδιοποιηθούν οι ίδιες την υπερεργασία τους. Όταν γίνει αυτό, ο διαθέσιμος χρόνος παύει να έχει αντιθετικό χαρακτήρα… Γι’ αυτό [στον Κομμουνισμό] δεν θα μετράει πια ο χρόνος εργασίας τον πλούτο, αλλά ο διαθέσιμος χρόνος… Η οικονομία [αποταμίευση - εξοικονόμηση] του χρόνου εργασίας σημαίνει αύξηση του ελεύθερου χρόνου, δηλαδή του χρόνου που χρησιμεύει στην πλέρια ανάπτυξη του ατόμου, πράγμα που επιδρά με τη σειρά του στην παραγωγική δύναμη της εργασίας και την αυξάνει».[50]

Συνεπώς στον κομμουνισμό θα αξιοποιηθούν πλήρως τα επιτεύγματα της επιστήμης, τα οποία, όταν θα εφαρμοστούν στην παραγωγή, θα μειώσουν την αναγκαία (καταναγκαστική κοινωνική) εργασία και θα αυξήσουν τον ελεύθερο χρόνο των ανθρώπων ώστε αυτοί να κάνουν ότι επιθυμούν. Αυτό το κάνει ήδη (από το μεσοπόλεμο κιόλας) η αυτοματοποιημένη παραγωγή, μειώνει δηλαδή το χρόνο εργασίας όπως και την ανάγκη σε ανθρώπινο δυναμικό. Στον καπιταλισμό, όμως, που ο χρόνος εμπορευματοποιείται και μεταφράζεται σε κέρδη και χρήμα (και για την ακρίβεια αποτελεί την πηγή τους), ο ελεύθερος χρόνος δεν μπορεί παρά να μετατρέπεται σε λιγότερες ώρες επικερδούς εργασίας για τον εργαζόμενο και η μικρότερη ανάγκη ανθρώπων που θα δουλεύουν διαστρεβλώνεται σε ανεργία. 

Απαιτείται συνεπώς μια επανάσταση των απαλλοτριωμένων για την ανάκτηση του κλεμμένου χρόνου εργασίας τους και την υλοποίηση των οραμάτων του Ηφαίστου (όπως έλεγε και ο Αριστοτέλης μιλώντας για τους όρους κατάργησης της δουλείας).

Η επανάσταση αυτή, η «πραγματική κίνηση που καταργεί τη σημερινή κατάσταση πραγμάτων», ο κομμουνισμός, για τους Μαρξ-Ένγκελς μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο παγκόσμια, μονομιάς και ταυτόχρονα. Ιδού τι έγραφαν στο κοινό τους έργο με τίτλο «Γερμανική Ιδεολογία»: 

«Εμπειρικά ο κομμουνισμός είναι δυνατός μονάχα σαν πράξη των κυρίαρχων λαών μονομιάς και ταυτόχρονα, πράγμα που προϋποθέτει την παγκόσμια ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και την παγκόσμια επικοινωνία που συνδέεται με τον κομμουνισμό».[51] 

Ο Μεζάρος ξεκινώντας από τις παραπάνω αποστροφές των Μαρξ-Ένγκελς, αναγνωρίζει φυσικά την ύπαρξη του προλεταριάτου «μονάχα παγκόσμια - ιστορικά» και ότι συνεπώς «ο κομμουνισμός, η δραστηριότητα του προλεταριάτου, μπορεί να έχει μονάχα μια “παγκόσμια – ιστορική” ύπαρξη»[52], αλλά παράλληλα παρατηρεί τα εξής: 

«Παρ’ όλα αυτά, ακόμα και αν η πλήρης υλοποίηση αυτού του οράματος – που προϋποθέτει την ανάγκη ενός παγκόσμιου μετασχηματισμού - μπορεί να πάρει πολύ καιρό, τα πρακτικά βήματα που απαιτούνται για την προώθηση στην οραματισμένη κατεύθυνση μπορούν να ακολουθηθούν από οποιαδήποτε μετα-επαναστατική κοινωνία, ακόμα και σε ένα σχετικά περιορισμένο περιβάλλον, χωρίς να περιμένουν τη ριζική ανατροπή των υφιστάμενων σχέσεων εξουσίας μεταξύ του κεφαλαίου και της εργασίας σε παγκόσμια κλίμακα.»[53]

Ο Τσάβεζ εκκινώντας από τις παραπάνω θεωρητικές (και αναγκαστικά αφηρημένες) κατευθύνσεις προσπάθησε να πάρει μέτρα στην κατεύθυνση του επαναστατικού μετασχηματισμού της κοινωνίας, στηρίζοντας ολόθερμα και σθεναρά μεταξύ άλλων το κίνημα της αυτοδιαχείρισης, και, βλέποντας πάντα την επανάσταση ως μια διαρκή και παγκόσμια διαδικασία, προσπάθησε να συνάψει σχέσεις αλληλεγγύης κυρίως με τις άλλες μετα-επαναστατικές χώρες της Λατινικής Αμερικής και όχι μόνο.

Επί Τσάβεζ, λοιπόν, το συνεταιριστικό κίνημα άνθισε, αποκτώντας διαστάσεις που δεν είχε πάρει ποτέ στο παρελθόν της Βενεζουέλας. Το 2001 η διαδικασία δημιουργίας συνεταιρισμών απλοποιήθηκε δραστικά, ενώ παράλληλα οι νέοι συνεταιρισμοί απέκτησαν πρόσβαση στην κρατική βοήθεια, είτε με τη μορφή δανείων, είτε με τη μορφή συμβολαίων. Μέχρι το 2009 οι συνεταιρισμοί έφτασαν τους 73.968, στους οποίους συμμετείχαν περίπου 2 εκατομμύρια συνεταιριστές, το προϊόν των οποίων συνέβαλε στο 2% του ΑΕΠ της χώρας.[54]

Όπως και στην Αργεντινή έτσι και στη Βενεζουέλα οι συνεταιρισμοί, ακόμα και αν στα λόγια υιοθετούσαν τη συνεργασία με την κοινότητα για την ικανοποίηση πρωτίστως των κοινωνικών αναγκών και όχι για τη μεγιστοποίηση του κέρδους, στην πράξη οι περισσότεροι ενστερνίστηκαν τη λογική του κεφαλαίου και κινήθηκαν ως μεμονωμένες, ανταγωνιστικές μεταξύ τους, εταιρείες, που έχουν πολλούς, αντί για έναν, ιδιοκτήτες. 

Όλες, δε, οι προσπάθειες της κυβέρνησης να εισαγάγουν «απ’ έξω» τη λογική της κοινοτικής παραγωγής στο συνεταιριστικό κίνημα, μέσω της εκπαίδευσης των συνεταιριστών, είχαν ελάχιστη επιτυχία.

Το 2005 η κυβέρνηση, βλέποντας τα αδιέξοδα της συνεταιριστικής λογικής, ξεκίνησε ένα διαφορετικό σχέδιο βάσει του οποίου θα σχηματιζόταν μια νέα νομική μορφή εταιρείας, με το όνομα «Εταιρείες Κοινωνικής Παραγωγής» (εφεξής ΕΚΠ). Οι ΕΚΠ λάμβαναν ιδιαίτερα ευνοϊκή μεταχείριση από το κράτος, μέσω προτεραιότητας στα κρατικά συμβόλαια και μέσω δανειακής ενίσχυσης. Υποχρέωση των ΕΚΠ ήταν καταρχάς ότι μέρος των κερδών έπρεπε να επενδύεται στην κοινότητα (και όχι μόνο σε νέους παραγωγικούς κύκλους), έπειτα όφειλαν να υιοθετήσουν ένα εργατικό αυτοδιαχειριστικό σχήμα και τέλος έπρεπε να βοηθούν με κάθε τρόπο άλλες ΕΚΠ προκειμένου να φτιαχτούν παραγωγικές αλυσίδες. Το σχέδιο των ΕΚΠ απέτυχε, μιας και μέχρι το 2007 οι περισσότερες εταιρείες καταχωρούνταν ως ΕΚΠ μόνο και μόνο για να πάρουν την κρατική επιχορήγηση χωρίς να ανταποκρίνονται σε καμία από τις άλλες απαιτήσεις που αναφέρθηκαν παραπάνω (αλληλεγγύη, ισότητα, ικανοποίηση ανθρώπινων αναγκών κ.ο.κ).[55]

Το 2007 η πολιτική ηγεσία της Βενεζουέλας στράφηκε σε μια νέα λύση. Βασίστηκε στα υπάρχοντα «Κοινοτικά Συμβούλια» (Consejos Comunales), τα οποία ουσιαστικά είναι αμεσοδημοκρατικές οργανώσεις των κατοίκων γειτονιών ή και ευρύτερων περιοχών (χωριών, πόλεων κ.ο.κ), προκειμένου να αναλάβουν αυτά τη δημιουργία των ΕΚΠ. Τα «Κοινοτικά Συμβούλια» εκλέγουν τους εργάτες της ΕΚΠ, ενώ το εξειδικευμένο δυναμικό (μηχανικοί, managers, κ.ο.κ) το παρέχει το κράτος χωρίς περαιτέρω αξιώσεις ελέγχου της επιχείρησης. Το εγχείρημα των «Κοινωνικών Εργοστασίων», όπως ονομάστηκαν οι νέες αυτές ΕΚΠ οι βασισμένες στα «Κοινοτικά Συμβούλια», αποδείχτηκε πολύ πιο πετυχημένο από τα προηγούμενα, αποδεικνύοντας ότι το ζήτημα της αυτοδιαχείρισης, παρά τις αντικειμενικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει, δεν είναι μια εξ ορισμού καταδικασμένη υπόθεση.[56]

Όπως ήταν αναμενόμενο, δεδομένου ότι καμία άρχουσα τάξη στην ιστορία δεν παραδίδει την εξουσία της οικιοθελώς, υπήρξαν τεράστιες αντιδράσεις μετά την άνοδο του Τσάβεζ στην κυβέρνηση και μετά την εφαρμογή πολιτικών, όπως οι παραπάνω, που έχουν ως απροκάλυπτο στόχο τον κοινωνικό μετασχηματισμό εις βάρος του κεφαλαίου και προς όφελος της εργασίας. Το 2002 οι ελίτ της Βενεζουέλας αποπειράθηκαν να κάνουν ένα στρατιωτικό coup detat, το 2002-2003 πραγματοποίησαν μαζικές εργοδοτικές απεργίες (lockout) και το 2004 πραγματοποίησαν δημοψήφισμα για την καθαίρεση του Τσάβεζ. Σ’ όλα αυτά απέτυχαν και αποδυναμώθηκαν αισθητά.

Ο Τσάβεζ εκμεταλλεύτηκε την αδυναμία τους αυτή και αντεπιτέθηκε. Στην επίθεση του Τσάβεζ αιχμή του δόρατος από πολλές απόψεις υπήρξε η στήριξη των εργατών και δη η δυνατότητα που έδινε το σύνταγμα του 1999 για τη νομιμοποίηση των απαλλοτριώσεων. Πολύ απλά όποιος εργοδότης απειλούσε τη κυβέρνηση και δεν συμμορφωνόταν με τους στρατηγικούς της στόχους θα υφίστατο την έξωση από την εταιρεία από τους εργαζομένους του. Αυτό διακηρύχτηκε και δημόσια όταν η Υπουργός Εργασίας Maria Cristina Iglesias παρότρυνε τα συνδικάτα και τους πρώην εργαζομένους να «ανακτήσουν» τις μη-παραγωγικές επιχειρήσεις.[57]

Φαινομενικά αναπάντεχα το momentum του Τσάβεζ και του κινήματος ανάκτησης και αυτοδιαχείρισης χάθηκε όταν το κίνημα των απαλλοτριώσεων επιχειρήσεων που είχαν βάλει λουκέτο αποδείχτηκε κατώτερο των περιστάσεων και των προσδοκιών. Το κράτος, παρά τις διακηρύξεις και τη στήριξη του Προέδρου της Βενεζουέλας, δεν βοήθησε τους εργάτες να αντιμετωπίσουν τους εργοδότες. Το γεγονός αυτό φέρνει στην επιφάνεια μια ακόμη σταθερά των κοινωνικών αγώνων: Μια επαναστατική κυβέρνηση, δεδομένου ότι η κυβερνητική εξουσία δεν ταυτίζεται με την κρατική, θα αναγκαστεί, αν θέλει να μείνει πιστή στους στρατηγικούς της στόχους, να αντιμετωπίσει, πέραν των ξένων ιμπεριαλιστών και των υπερεθνικών κέντρων εξουσίας, εκτός από τη ντόπια ελίτ, έναν υπό μία έννοια πολύ χειρότερο εχθρό, τη γραφειοκρατία.

Ο Τσάβεζ είχε να αντιμετωπίσει ένα τέτοιο γραφειοκρατικό μηχανισμό όταν εξαπέλυσε την επίθεση του ενάντια στους επίδοξους σφετεριστές της λαϊκής εξουσίας. Και ενώ τη ντόπια αστική τάξη την είχε καθυποτάξει, τη γραφειοκρατία του κράτους εκείνη τη στιγμή δεν μπόρεσε να την καταβάλει. Για πολύ καιρό στα μάτια των υποστηρικτών του, ο Τσάβεζ, φαινόταν να έχει μείνει μόνος και πολιτικά απομονωμένος σε ό,τι αφορούσε στη στήριξή του στα κινήματα αυτοδιαχείρισης. Το πελώριο πολιτικό του ανάστημα, όμως, φάνηκε ακριβώς σε εκείνες τις δύσκολες ώρες, όταν οποιοσδήποτε κατώτερος και πιο αδύναμος πολιτικός θα είχε υποχωρήσει ξεπουλώντας τις αρχές του και τα οράματά του, αυτός αντιστάθηκε και έλεγε δημόσια ότι ο πιο αξιόπιστος σύμμαχος κατά της γραφειοκρατίας και της διαφθοράς είναι ο εργατικός έλεγχος.

Καταληκτικά για τη Βενεζουέλα πρέπει να αναφερθούμε στην περίπτωση της Inveval. Η εταιρεία αυτή που αρχικά είχε το όνομα CNV, έφτιαχνε βαλβίδες για την βιομηχανία του πετρελαίου και ήταν εγκατεστημένη στην πολιτεία Miranda. Η CNV έκλεισε στις μεγάλες εργοδοτικές απεργίες του 2002-2003 και όταν αυτές ηττήθηκαν ξανάνοιξε αξιώνοντας από τους εργάτες επαναπρόσληψη με πολύ μικρότερους των αρχικών μισθούς και χωρίς να καταβάλει αποζημιώσεις στους απολυμένους εργάτες. Η κυβέρνηση απαίτησε την επαναπρόσληψη όλων των εργαζομένων με βάση τα αρχικά συμβόλαια. Η εταιρεία αρνήθηκε, οπότε και τον Απρίλιο του 2005 απαλλοτριώθηκε με προεδρικό διάταγμα. Η CNV μετονομάστηκε σε Inveval και έγινε μετοχική εταιρεία με 51 % κρατική ιδιοκτησία και 49% ιδιοκτησία των υπαλλήλων. Παρά την πλειοψηφία στο μετοχικό πακέτο της εταιρείας το κράτος δεν συμμετέχει στο διοικητικό συμβούλιό της, προκειμένου να μην αλλοιώσει το αυτοδιαχειριστικό σχήμα της επιχείρησης. Κάθε απόφαση για τα θέματα της εταιρείας λαμβάνεται συλλογικά σε εβδομαδιαία βάση. Αν είναι εξαιρετικά κομβική για την πορεία της εταιρείας στέλνεται και στο αρμόδιο υπουργείο για έγκριση.

Το εξαιρετικά ελπιδοφόρο με την Inveval που την καθιστά άξια ειδικής αναφοράς, είναι η, πετυχημένη μέχρι τώρα, προσπάθεια των εργαζομένων, με την αρωγή του κράτους, να ξεπεραστεί ο καταμερισμός της εργασίας (πνευματικής - χειρωνακτικής) ο οποίος εμπειρικά έχει φανεί ότι, αν δεν αντιμετωπιστεί, οδηγεί στην επανεμφάνιση των καπιταλιστικών λογικών. Αυτή η προσπάθεια πήρε τη μορφή εκπαιδευτικών προγραμμάτων που ξεκινούν από τις 04.00 το απόγευμα και αφορούν σε θέματα κοινωνικά, οικονομικά, τεχνικά, διοίκησης κ.ο.κ. Η προσπάθεια είναι κατά το ήμισυ οργανωμένη από τους ίδιους τους εργαζομένους και κατά το άλλο μισό επικουρούμενη από το κράτος μέσω του ιδρύματος INCES. Το αποτέλεσμα είναι το 2006, μόλις μετά από ένα χρόνο, οι εργαζόμενοι, πλην του προέδρου και κάποιων συντονιστών της παραγωγής, να αναλαμβάνουν ένα μεγάλο εύρος καθηκόντων εκ περιτροπής.[58]

Βραζιλία


Το κίνημα της αυτοδιαχείρισης στη Βραζιλία έλκει την καταγωγή του από την άνοδο της αλληλέγγυας οικονομίας τη δεκαετία του 1990, ως απάντηση στη βαρβαρότητα του νεοφιλελευθερισμού. Το κίνημα για την αλληλέγγυα οικονομία, με τη σειρά του, μαζί με άλλα κινήματα (για το «νέο συνδικαλισμό», το «κίνημα των ακτημόνων εργατών κ.α.), είναι συνέχεια μιας μεγάλης παράδοσης λαϊκών αγώνων που ξεκινούν από το 16ο αιώνα (π.χ. η κοινότητα των πρώην σκλάβων Palmares Quilombo) και οι οποίοι έφτασαν στο αποκορύφωμά τους την εποχή του Joao Goulart (1962-1964). Η κίνηση αυτή των λαών προς ολοένα και περισσότερα δικαιώματα και μεγαλύτερη δημοκρατία διακόπηκε από τη δικτατορία του 1964, την οποία στήριξαν και καθοδήγησαν οι ΗΠΑ και την υλοποίησαν οι συντηρητικοί στρατηγοί των ενόπλων δυνάμεων της χώρας (π.χ. Amaury Kruel ). Αυτό είναι το ιστορικό πλαίσιο ανάπτυξης των σύγχρονων δημοκρατικών κινημάτων αυτοδιαχείρισης και των «ανακτημένων εργοστασίων».

Η αυτοδιαχείριση στη Βραζιλία, σε γενικές γραμμές, δεν παρουσιάζει κάποια ιδιαιτερότητα σε σχέση με τα αντίστοιχα κινήματα των άλλων χωρών της Λατινικής Αμερικής, καθότι αφενός δεν έχει την δυναμική αυτού της Αργεντινής, αφετέρου το κράτος (ή τουλάχιστον η κυβέρνηση) δεν το στηρίζει όπως στη Βενεζουέλα. Αντιμετωπίζει τις ίδιες ακριβώς δυσκολίες με τα κινήματα που περιγράφηκαν παραπάνω (έλλειψη κεφαλαίου κίνησης, εχθρότητα ή αδιαφορία από το κρατικό εποικοδόμημα, «δύναμη της συνήθειας» όσον αφορά στις καπιταλιστικές λογικές, έλλειψη τεχνογνωσίας, ισχνή στήριξη από τα ριζοσπαστικά κόμματα, απουσία σαφούς νομοθετικού πλαισίου). Το μόνο στοιχείο που την διαφοροποιεί είναι η στήριξη που επιδεικνύουν τα συνδικάτα στην προσπάθεια των εργαζομένων να ανακτήσουν τις επιχειρήσεις τους.

Το μεγαλύτερο συνδικάτο στην Βραζιλία, το CUT (Unified Workers Central), από την πρώτη στιγμή στήριξε την ανάκτηση από τους εργαζομένους των εργοστασίων που έκλειναν καθώς και συμμετείχε σε συζητήσεις για την διαμόρφωση εναλλακτικών στρατηγικών δημιουργίας θέσεων εργασίας. Το CUT, το 1999, δημιούργησε επίσης την υπηρεσία ADS, η οποία προσφέρει πιστωτική και τεχνική βοήθεια σε συλλογικότητες που θέλουν να ξεκινήσουν έναν συνεταιρισμό. Την ίδια χρονιά (1999) οι συνεταιρισμοί των μεταλλουργών, με τη βοήθεια των συνδικάτων, έφτιαξαν τον συνεταιρισμό UNISOL, με στόχο, μεταξύ άλλων, να αντιμετωπίσει τους «coopercats», τους συνεταιρισμούς δηλαδή που χρησιμοποιούσαν τις νομικές δυνατότητες του συνεταιρισμού για να διαλύσουν τις εργασιακές σχέσεις (βλ. συνεταιρισμοί-υπεργολαβίες). Ο UNISOL επεκτάθηκε σε όλη τη χώρα και στις γραμμές του περιλαμβάνει 280 συνεταιρισμούς, από τους οποίους οι 25 είναι «ανακτημένα εργοστάσια». Άλλα μικρότερα συνδικάτα στήριξαν το κίνημα των «ανακτημένων εργοστασίων», μέσω της δημιουργίας ιδρυμάτων για την προώθηση της αυτοδιαχείρισης και της αλληλέγγυας οικονομίας (βλέπε ίδρυμα ANTEAG).[59]

Το σύνολο των «ανακτημένων εργοστασίων» στη Βραζιλία φτάνει στον αριθμό 70, στα οποία δουλεύουν περίπου 10.000 εργάτες και εργάτριες. Τα ανακτημένα αυτά εργοστάσια εντοπίζονται γεωγραφικά κυρίως στη νότια και στη νοτιοανατολική Βραζιλία, όπου είναι και οι πιο βιομηχανικές περιοχές της χώρας. Οι κύριοι οικονομικοί τομείς όπου συναντώνται «ανακτημένα εργοστάσια» είναι κυρίως η βιομηχανία, η εξόρυξη μεταλλευμάτων και οι υπηρεσίες. Ο κύριος όγκος των «ανακτημένων επιχειρήσεων» είναι μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις, οι οποίες πριν την ανάκτηση βρίσκονταν είτε στα πρόθυρα, είτε είχαν ήδη χρεοκοπήσει και οι οποίες έχουν παμπάλαια μηχανήματα ηλικίας 50 χρόνων.[60]

Σε αντίθεση με την Αργεντινή, οι περισσότερες «ανακτημένες επιχειρήσεις» στη Βραζιλία δεν προτίμησαν την εξίσωση των αποδοχών των εργαζομένων του ίδιου χώρου εργασίας, ανεξαρτήτως εξειδίκευσης και θέσης.[61] Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι ο όρος «αυτοδιαχείριση» στη Βραζιλία (όπως και στην Αργεντινή) χρησιμοποιείται για να περιγράψει τόσο την αλλαγή στο καθεστώς ιδιοκτησίας, όσο και τον δημοκρατικό τρόπο λήψης των αποφάσεων στο χώρο δουλειάς. Συνεπώς πολλοί συνεταιρισμοί – coopercats (υπερεργολαβίες) διατείνονται ότι είναι και αυτοδιαχειριζόμενα ή/και ανακτημένα εργοστάσια, βασιζόμενα στην αλλαγή μόνο του πρώτου σκέλους, αυτού της ιδιοκτησίας.

Τέλος οι εργάτες των «ανακτημένων εργοστασίων» διακατέχονται από ένα χαμηλό επίπεδο πολιτικοποίησης, γεγονός που φρενάρει την ενοποίηση των εγχειρημάτων αυτοδιαχείρισης και κατ’ επέκταση την μετουσίωση τους σε πολιτικό κίνημα για την άσκηση πίεσης στην εκτελεστική και νομοθετική εξουσία.[62]

Συμπεράσματα και προοπτικές


Επομένως τι συμπεράσματα εξάγουμε από την παραπάνω αφήγηση;

Αρχικά ενδιαφέρον έχει η παρατήρηση του David Harvey ότι τα περισσότερα από τα κινήματα αυτοδιαχείρισης απέτυχαν γιατί μεταξύ άλλων περιχαρακώθηκαν στη μονάδα παραγωγής και δεν ενώθηκαν με το προλεταριάτο που χτίζει τις πόλεις (χτίστες, οικοδόμοι). Επίσης μας θυμίζει ότι οι παραδοσιακοί αγώνες των βιομηχανικών εργατών είχαν πολύ ευρύτερη βάση γιατί συνδέονταν οργανικά με την κοινότητα. Έτσι το κίνημα του Τουρίνο, που ανέφερα παραπάνω, δεν θα είχε την ίδια δυναμική αν δεν υπήρχαν τα «Σπίτια του Λαού» στην κοινότητα. Προτείνει, λοιπόν, την ένταξη των εργατικών αγώνων για τον έλεγχο του χώρου εργασίας τους σε ένα ευρύτερο κίνημα για την ανάκτηση των πόλεων κατά τα πρότυπα της Παρισινής Κομμούνας ή πιο πρόσφατα του Έλ Άλτο από το οποίο ξεκίνησε η επανάσταση στη Βολιβία που ανέδειξε τον Μοράλες και τον Λινέρα στην εξουσία το 2005.[63]

Έπειτα έγινε σαφές ότι η αυτοδιαχείριση αντιμετωπίζει απροσμέτρητες δυσκολίες, ορισμένες από τις οποίες είναι και ανυπέρβλητες εντός του υφιστάμενου πλαισίου κοινωνικών σχέσεων. Η κυβέρνηση της Βενεζουέλας, η πιο φιλικά προσκείμενη κυβέρνηση παγκοσμίως στο ζήτημα της αυτοδιαχείρισης, μετά από 16 χρόνια, δεν έχει καταφέρει ακόμα να υλοποιήσει το όραμα του Τσάβεζ για μια κοινωνία «πέρα από το κεφάλαιο». Αυτό δεν πρέπει να μας κάνει να απογοητευόμαστε και να παραιτούμαστε. 

Ο Μαρξ είχε πει τα εξής σχολιάζοντας την ήττα της Παρισινής Κομμούνας: 

«Η εργατική τάξη δεν περίμενε τίποτα θαύματα από την Κομμούνα. Δεν πρόκειται να θεσπίσει με δημοψήφισμα τίποτα σταθερές και έτοιμες ουτοπίες. Ξέρει ότι, για να πραγματοποιήσει την ιδέα της, την απελευθέρωση και μαζί της εκείνη την ανώτερη μορφή ζωής προς την οποία τείνει ακαταμάχητα η σημερινή κοινωνία, μέσω της οικονομικής της ανάπτυξης, οφείλει η εργατική τάξη να περάσει από μακρόχρονους αγώνες και από μια ολόκληρη σειρά από ιστορικές διαδικασίες που θα αλλάξουν ολότελα τους ανθρώπους και τις συνθήκες. Δεν χρειάζεται να πραγματοποιήσει τίποτα ιδανικά, αλλά να απελευθερώσει μονάχα τα στοιχεία της νέας κοινωνίας που αναπτύχθηκαν ήδη στους κόλπους της καταρρέουσας αστικής κοινωνίας».[64]

Δεν πρέπει να περιμένουμε θαύματα, λοιπόν, από μια κυβέρνηση, δεδομένου ότι η νίκη των αγώνων για ένα καλύτερο κόσμο προϋποθέτει καταρχάς μεγάλο χρονικό διάστημα, παγκόσμια εξάπλωση και τέλος αλλαγή του ίδιου μας του εαυτού μαζί με τις συνθήκες και το περιβάλλον που μας περιβάλλει. 

Αυτή η διαλεκτική σχέση του ανθρώπου με τις συνθήκες που τον πλαισιώνουν, φαίνεται καθαρά στην περίπτωση, για παράδειγμα των νέων συνεταιριστών στην Αργεντινή. Μόλις καταλάβουν το εργοστάσιο και περάσουν στην παραγωγή αναγκάζονται, για τους λόγους που εκθέσαμε παραπάνω, να πάρουν τη νομική μορφή του συνεταιρισμού. Αμέσως μπαίνει το πρώτο πρόβλημα που άπτεται της ταυτότητας. Είναι εργαζόμενος, είναι συνεταιριστής ή είναι αυτοδιαχειριστής. Λόγω του αρνητικού βάρους που φέρνει το συνεταιριστικό κίνημα είναι λογική η απόρριψη της αντίστοιχης ταυτότητας. Όμως γιατί όχι αυτοδιαχειριστής; Γιατί επιμένουν να αυτοαποκαλούνται εργαζόμενοι, δηλαδή ως αυτοί που εργάζονται με σχέση εξαρτημένης εργασίας;

Γιατί πολύ απλά το κεφάλαιο μαθαίνει στον εργάτη έναν μοναδικό τρόπο να εκτελεί την εργασία του (ακόμη και όταν μιλάμε για τον Τογιοτισμό), τον εκπαιδεύει σε μια συγκεκριμένη μορφή οργάνωσής της, του εμπεδώνει στο ίδιο του το είναι την ταυτότητα του εργάτη, ώστε να είναι ανίκανος έστω και να σκεφτεί πέραν του κόσμου που του έχει πλάσει το κεφάλαιο. Έτσι, όσο πιο πολλά χρόνια δούλευε κάποιος κάτω από τις επιταγές του κεφαλαίου, τόσο πιο δύσκολο είναι να δει τον εαυτό του κάτι άλλο από εργάτη. Η δουλειά του τον έχει απορροφήσει και είναι η μοναδική του ταυτότητα. Η ταυτότητα του εργάτη μπορεί να είναι η μοναδική όμως δεν είναι ούτε μόνιμη, ούτε απρόσβλητη από την αλλαγή των συνθηκών. 

Μόλις, λοιπόν, αρχίσει το «ανακτημένο εργοστάσιο» την παραγωγή υπό εργατικό έλεγχο, μπαίνουν επί τάπητος τα πρώτα προβλήματα, όπως προαναφέραμε. Ο παλιός εργάτης, ακόμα και αν είναι μαέστρος στην παραγωγή, δεν ξέρει τίποτα για τη διαχείριση του εμπορεύματος (εμπορική προώθηση, αγορά πρώτων υλών, πώληση, διανομή, σχεδιασμό, λογιστική καταγραφή, κ.ο.κ.). Οι νέες συνθήκες, λοιπόν, τον κάνουν να ασχοληθεί με ένα εύρος πραγμάτων και καθηκόντων για να επιβιώσει και όχι πια μόνο με την παλιά μονότονη επαναλαμβανόμενη και εξειδικευμένη εργασία του. Η παλιά αποστεωμένη ταυτότητα του εργάτη κλονίζεται και δίνει τη θέση της σε ένα νέο υποκείμενο που ανακτά τη χαμένη του σχέση με το αντικείμενο της εργασίας του και νιώθει ότι για πρώτη φορά στη ζωή του είναι δημιουργός.

Αυτή η διαδικασία δεν είναι γραμμική. Πολλές φορές οι εργάτες δεν καταφέρνουν να ξεπεράσουν την υπάρχουσα κατάστασή τους και μοιρολατρικά αποσύρονται από την προσπάθεια (βλ. χαμηλή πολιτικοποίηση στην Βραζιλία). Άλλες φορές αποδεικνύονται εξαιρετικά ανθεκτικοί και αποφασισμένοι με αποτέλεσμα να επιδίδονται σε συνεχείς αγώνες για να προσαρμοστούν στη νέα πραγματικότητα (βλ. Inveval στη Βενεζουέλα).

Ο John Holloway γράφει σχετικά: 

«Η μορφή της αξίας, η μορφή του χρήματος, η μορφή του κεφαλαίου, η μορφή του κράτους κ.λπ. δεν εδραιώθηκαν άπαξ διά παντός στις απαρχές του καπιταλισμού. Αντίθετα, αποτελούν αντικείμενο συνεχούς προβληματισμού, τίθενται αδιάκοπα υπό αμφισβήτηση ως μορφές κοινωνικών σχέσεων, διαρκώς εδραιώνονται και επανεδραιώνονται (ή δεν επανεδραιώνονται) μέσα από την πάλη. Οι μορφές κοινωνικών σχέσεων είναι διαδικασίες διαμόρφωσης κοινωνικών σχέσεων… Η ύπαρξή μας ενάντια-στο-κεφάλαιο αποτελεί την αναπόφευκτη και διαρκή άρνηση της ύπαρξής μας μέσα-στο – κεφάλαιο. Και αντίστροφα, η ύπαρξη μας μέσα-στο-κεφάλαιο (ή, σαφέστερα, η αφομοίωσή μας από το κεφάλαιο) αποτελεί τη συνεχή άρνηση της εξέγερσής μας ενάντια στο κεφάλαιο».[65]

Όλη η ιστορία των κοινωνικών αγώνων και δη το πρόσφατο παράδειγμα της Βενεζουέλας έχει δείξει ότι κεντρικό ρόλο στην «διαρκή» διαδικασία «άρνησης της ύπαρξής μας μέσα στο κεφάλαιο» παίζει το κράτος. Ο Holloway μας προτρέπει να μην στοχεύουμε στην κατάληψη της εξουσίας, αλλά στην κατάλυση της εξουσίας.[66] 

Η θέση του αυτή (η σχετική με την κατάληψη της εξουσίας) είναι καταφανώς λανθασμένη και τελικά αντιφατική σε σχέση με τα όσα περιέγραψε παραπάνω σχετικά με τις μορφές των κοινωνικών σχέσεων ως διαδικασιών. Οφείλεται προφανώς στην περιορισμένη κατανόησή του για το τι τελικά είναι κράτος.

Ο αντιπρόεδρος του πολυεθνικού κράτους της Βολιβίας, Αλβάρο Γκαρσία Λινέρα ρίχνει φως στο σύνθετο ζήτημα του κράτους: 
«Κράτος είναι η κυβέρνηση, οι θεσμοί, ο δικαστικός τομέας, ο τομέας επιβολής του νόμου, ο διοικητικός τομέας. Κράτος είναι επίσης οι θεσμοί στο χώρο του πολιτισμού που έχουν οποιαδήποτε κρατική οργάνωση, η πολιτιστική πολιτική, το σύστημα πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, το σύστημα σχολικής εκπαίδευσης… Όμως, κατά δεύτερο λόγο, το κράτος δεν είναι μόνο αυτό. Το κράτος είναι επίσης ιδέες, λέξεις, σύμβολα, μνήμες. Παραδείγματος χάρη, είναι μέρος του κράτους, συναποτελεί την κρατική τάξη, το σύνολο των τρόπων με τους οποίους οι άνθρωποι θυμόμαστε την Ιστορία μέσω του εκπαιδευτικού συστήματος. Πώς κατανοούμε το παρελθόν μας. Πώς αξιολογούμε θετικά ή αρνητικά τους ήρωες μας, τους κυβερνήτες μας, τους απελευθερωτές μας… Αλλά επίσης [το κράτος] είναι πεποιθήσεις… Διαμορφώνει στα παιδιά, στους νέους, στην καθημερινή ζωή, στην εργασία και στους θεσμούς, ηθικά σχήματα της ζωής, της κοινωνίας, ηθικά σχήματα αυτού που θα πρέπει να είναι το μέλλον».[67]

Μόνο καταλαμβάνοντας το κράτος το κόμμα μπορεί να ξεκινήσει μια εκστρατεία για την αλλαγή των σχέσεων κυριαρχίας στο σχολείο, στο χώρο εργασίας, στο πανεπιστήμιο, στο δικαστικό σύστημα, στα υπουργεία, στο νομικό σύστημα κ.ο.κ. Μέσω του κράτους μπορούμε να αλλάξουμε την αντίληψη που έχει ο πολίτης για τον κόσμο, την κοσμοθεωρία του. 

Συνεπώς η κατάληψη του κράτους είναι η αναγκαία συνθήκη για το μετασχηματισμό της κοινωνίας και την οικοδόμηση ενός νέου κόσμου. Είναι η απόλυτα βασική προϋπόθεση για τη ριζική και μαζική αντιστροφή στις διαδικασίες διαμόρφωσης των κοινωνικών σχέσεων στην κατεύθυνση της χειραφέτησης του ανθρώπου από τα δεσμά του κεφαλαίου. 

Τα κινήματα αυτοδιαχείρισης ουσιαστικά δημιουργούν ρωγμές στον καπιταλισμό, τις οποίες η πολιτική τους έκφραση, το κόμμα, πρέπει μέσω της συντριπτικής δύναμης του κράτους να τις ανοίξει διάπλατα μέχρι να θρυμματιστεί το ίδιο το σύστημα. Χωρίς το κράτος τα κινήματα αυτοδιαχείρισης, όπως είδαμε και από τα εμπειρικά δεδομένα, είναι καταδικασμένα. Αλλά και χωρίς τα δημοκρατικά κινήματα αυτοδιαχείρισης δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά η γραφειοκρατία και η διαφθορά, όπως επέμενε πεισματικά και δικαίως, ο Τσάβεζ. Τέλος τόσο το κράτος, όσο και τα κινήματα πρέπει να ενταχθούν σε ένα διεθνές πολιτικό και κοινωνικό ρεύμα για την εξεύρεση μιας εναλλακτικής στη λειτουργία του καπιταλιστικού νόμου της αξίας σε ολόκληρη την παγκόσμια αγορά.




Παραπομπές



[1] Γιάννης Φωτίου. «Αντιδράσεις για τη «νέα εποχή» καθώς η διοίκηση Ταγματάρχη κόβει το πρόγραμμα των εργαζομένων». Εφημερίδα «Πριν», ηλεκτρονική έκδοση. 28/06/2015.

[2] Donny Gluckstein. «Workers’s councils in Europe. A Century of Experience». Στο συλλογικό τόμο με τίτλο «Ours to Master and to Own. Workers’ Control from the Commune to the Present», Εκδόσεις Haymarket Books, 2011. Σελίδα 38.

[3] Jafar Suryomenggolo. «Workers’ control in Java, Indonesia, 1945-1946». Στο συλλογικό τόμο με τίτλο «Ours to Master and to Own. Workers’ Control from the Commune to the Present», Εκδόσεις Haymarket Books, 2011. Σελίδες 210-227.

[4] Αντρές Ρουτζέρι. «Οι Ανακτημένες Επιχειρήσεις της Αργεντινής. Καταλαμβάνουμε, Αντιστεκόμαστε, Παράγουμε». Εκδόσεις «Οι εκδόσεις των συναδέλφων» και «Ακυβέρνητες Πολιτείες», 2014.  Σελίδα 74.

[5] Frank Mintz. «Αναρχοσυνδικαλισμός και Αυτοδιαχείριση στην Ισπανία. Κριτική Ανάλυση 1931-1990». Εκδόσεις Καινά Δαιμόνια. Σελίδα 113.
Αποδείξεις για την θέση αυτή θα βρει κανείς κατάσπαρτες σε όλη την σχετική βιβλιογραφία. Ενδεικτικά:
·                Στην Ισπανία το 1936, μέσα στο πόλεμο, οι εργάτες και οι αγρότες της χώρας συμμετείχαν και οργανώθηκαν στις κολεκτίβες λόγω της έλλειψης ηλεκτρισμού, της υψηλής ανεργίας και των πανάκριβων προϊόντων απόρροια κυρίως του πολέμου και της αδυναμίας της κεντρικής δημοκρατικής κυβέρνησης του Λαϊκού Μετώπου να αντιμετωπίσει τη κατάρρευση της παραγωγής ένεκα του χωρισμού της χώρας στα δύο. Βλέπε σχετικά Andy Durgan. « Workers’ Democracy in the Spanish Revolution, 1936-1937». Στο συλλογικό έργο «Ours to Master and to Own. Workers’ Control from the Commune to the Present», Εκδόσεις Haymarket Books, 2011. Σελίδες 152, 157. Frank Mintz. «Αναρχοσυνδικαλισμός και αυτοδιαχείριση στην Ισπανία. Κριτική ανάλυση 1931-1990.» Εκδόσεις Καινά Δαιμόνια. Σελίδες 35-36.
·                Στη Πολωνία οι εργάτες είχαν υποστεί απίστευτη καταπίεση από τη γραφειοκρατική διοίκηση της χώρας, η οποία εμπόδιζε την ανάπτυξη της παραγωγικών δυνάμεων ανακόπτοντας τον εκσυγχρονισμό της τεχνολογίας στα εργοστάσια, πλήρωνε ένα δημόσιο χρέος με το υστέρημα των εργαζομένων και βάσιζε την ανάπτυξη της παραγωγής στην εντατικοποίηση της εργασίας (αύξηση του ρυθμού και των ωρών εργασίας) εξαθλιώνοντας τους εργάτες. Οι συνθήκες αυτές αποτέλεσαν το εκρηκτικό μείγμα το οποίο πυροδοτήθηκε από τη θρυαλλίδα της επικείμενης (2ης ) στρατιωτικής επέμβασης του σοβιετικού στρατού γεννώντας την εποποιία του κινήματος εργατικής αυτοδιαχείρισης των μεγάλων επιχειρήσεων της Πολωνίας το 1981. Βλέπε σχετικά Zbigniew Marcin Kowalewski. « Give Us Back Our Factories ! Between Resisting Exploitation and the Struggle for Workers’ Power in Poland, 1944-1981» στο συλλογικό τόμο με τίτλο «Ours to Master and to Own. Workers’ Control from the Commune to the Present», Εκδόσεις Haymarket Books, 2011. Σελίδες  199 – 205.

[6] Ανδρέας Σκαμπαρδώνης. «Μαρξισμός, Αναρχισμός και Αυτοδιαχείριση». Εκδόσεις Παρασκήνιο, 2000.

[7] Καρλ Μαρξ. «Ο Εμφύλιος Πόλεμος στη Γαλλία». Εκδόσεις Θεμέλιο, 2014. Σελίδες 99-100.

[8] Όπως παραπάνω. Σελίδα 105.

[9] Ο όρος αυτός χρησιμοποιήθηκε από τον Καρλ Μαρξ και τον Φρήντριχ Ένγκελς στο «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος» και ειδικότερα στο κεφάλαιο με τίτλο «Προλετάριοι και Κομμουνιστές» για να καταδείξει με σαφήνεια το καθήκον της εργατικής τάξης στη προσπάθεια της για τη κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας.

[10] Φρίντριχ Ένγκελς. Εισαγωγή στο  έργο «Ο Εμφύλιος Πόλεμος στη Γαλλία» του Καρλ Μαρξ. Εκδόσεις Θεμέλιο, 2014. Σελίδα 26.

[11] Καρλ Μαρξ. «Ο Εμφύλιος Πόλεμος στη Γαλλία». Εκδόσεις Θεμέλιο, 2014. Σελίδα 94.

[12] Β.Ι. Λένιν. «Κράτος και Επανάσταση». Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 2007. Σελίδα 54.

[13] Καρλ Μαρξ. «Ο Εμφύλιος Πόλεμος στη Γαλλία». Εκδόσεις Θεμέλιο, 2014. Σελίδα 140.

[14] Καρλ Μαρξ. «Κριτική του Προγράμματος της Γκότα». Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», 2010. Σελίδα 23. Ο όρος «συνεταιρισμένοι παραγωγοί» αναφέρεται από τον Μαρξ στο «Κεφάλαιο». Τόμος Τρίτος. Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», 1978. Σελίδα 1007.

[15] Leon Trotsky. «The Soviet and the Revolution». 1907

[16] V.I. Lenin. «All Power to the Soviets! ». Lenin Collected Works, Progress Publishers, 1977, Moscow, Volume 25, Σελίδες 155-156.

[17] Leon Trotsky. «The History of the Russian Revolution». Volume 3 «The Triumph of The Soviets». Chapter «The Αrt of Ιnsurrection».

[18] Αντόνιο Γκράμσι. «Τα Εργοστασιακά Συμβούλια και το Κράτος της Εργατικής Τάξης». Εκδόσεις Στοχαστής, 1975. Σελίδες 291-292.

[19] Όπως παραπάνω.  Σελίδες 300-301.

[20] Όπως παραπάνω.  Σελίδες 301-302.

[21] Όπως παραπάνω.  Σελίδα 303.

[22] Όπως παραπάνω.  Σελίδα 292.

[23] Pietro Di Paola. «Factory Councils in Turin, 1919-1920: “The Sole and Authentic Social Representatives of the Proletarian Class”» στο συλλογικό τόμο με τίτλο «Ours to Master and to Own. Workers’ Control from the Commune to the Present», Εκδόσεις Haymarket Books, 2011. Σελίδες 144-145.

[24] Tom Behan. “Arditi del Popolo. Η Ιστορία της πρώτης αντιφασιστικής οργάνωσης και η αποτρέψιμη άνοδος του Μπενίτο Μουσολίνι”. Εκδόσεις Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, 2012. Σελίδες 14-105.

[25] Frank Mintz. «Ισπανία 1936-1939. Κόντρα στο πόλεμο, κόντρα στο σαμποτάζ» στο συλλογικό τόμο με τίτλο «Αυτοδιαχείριση. Μια ιδέα πάντα επίκαιρη». Εκδόσεις «Οι εκδόσεις των συναδέλφων», 2015. Σελίδα 42.

[26] Frank Mintz. «Αναρχοσυνδικαλισμός και Αυτοδιαχείριση στην Ισπανία. Κριτική Ανάλυση 1931-1990». Εκδόσεις Καινά Δαιμόνια. Σελίδες 64-66.

[27] Frank Mintz. «Ισπανία 1936-1939. Κόντρα στο πόλεμο, κόντρα στο σαμποτάζ» στο συλλογικό τόμο με τίτλο «Αυτοδιαχείριση. Μια ιδέα πάντα επίκαιρη». Εκδόσεις «Οι εκδόσεις των συναδέλφων», 2015. Σελίδα 46. Όλο το ζήτημα των μισθών εξετάζεται πιο αναλυτικά σ’ ένα άλλο έργο του ίδιου συγγραφέα (Frank Mintz)με τίτλο «Αναρχοσυνδικαλισμός και Αυτοδιαχείριση στην Ισπανία. Κριτική Ανάλυση 1931-1990», Εκδόσεις Καινά Δαιμόνια, στις σελίδες 36-44.

[28] Frank Mintz. «Ισπανία 1936-1939. Κόντρα στο πόλεμο, κόντρα στο σαμποτάζ» στο συλλογικό τόμο με τίτλο «Αυτοδιαχείριση. Μια ιδέα πάντα επίκαιρη». Εκδόσεις «Οι εκδόσεις των συναδέλφων», 2015.Σελίδες 42-44.

[29] Όπως παραπάνω. Σελίδα 44.

[30] Όπως παραπάνω. Σελίδα 45.

[31] Victor Wallis. «Workers’ Control and Revolution» στο συλλογικό τόμο με τίτλο «Ours to Master and to Own. Workers’ Control from the Commune to the Present», Εκδόσεις Haymarket Books, 2011. Σελίδα 20.

[32] Το συλλογικό όνομα μιας σειρά διαρθρωτικών αλλαγών, νεοφιλελεύθερου χαρακτήρα, που οι διεθνείς οικονομικοί οργανισμοί με έδρα την Ουάσινγκτον επέβαλα στις κυβερνήσεις των χωρών της Λατινικής Αμερικής τη δεκαετία του ’90. Είναι, με μια άλλη ονομασία πιο οικεία σε μας, μνημόνια που υπαγορεύονται όχι από τη Γερμανία, αλλά από τις ΗΠΑ σε αγαστή συνεργασία με τους διεθνείς τοκογλύφους.

[33] Raul Zibechi. «Αυτονομίες και χειραφετήσεις. Η Λατινική Αμερική σε κίνηση». Εκδόσεις «αλάνα», 2010. Σελίδα 17.

[34] Αντρές Ρουτζέρι. «Οι Ανακτημένες Επιχειρήσεις της Αργεντινής. Καταλαμβάνουμε, Αντιστεκόμαστε, Παράγουμε». Εκδόσεις «Οι εκδόσεις των συναδέλφων» και «Ακυβέρνητες Πολιτείες», 2014.  Σελίδα 87.

[35] Αντρές Ρουτζέρι. «Οι Ανακτημένες Επιχειρήσεις της Αργεντινής. Καταλαμβάνουμε, Αντιστεκόμαστε, Παράγουμε». Εκδόσεις «Οι εκδόσεις των συναδέλφων» και «Ακυβέρνητες Πολιτείες», 2014.  Σελίδα 49.

[36] Όπως παραπάνω. Σελίδες 245-252.

[37] Όπως παραπάνω.  Σελίδες 146-150.

[38] Όπως παραπάνω.  Σελίδες 50, 159-160.

[39] Isaak Ilych Rubin. «Ιστορία Οικονομικών Θεωριών». Εκδόσεις «Κριτική», 1993. Σελίδα 35.

[40] Αντρές Ρουτζέρι. «Οι Ανακτημένες Επιχειρήσεις της Αργεντινής. Καταλαμβάνουμε, Αντιστεκόμαστε, Παράγουμε». Εκδόσεις «Οι εκδόσεις των συναδέλφων» και «Ακυβέρνητες Πολιτείες», 2014.  Σελίδες 170-171.

[41] Καρλ Μαρξ. «Το Κεφάλαιο». Τρίτος Τόμος. Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», 1978. Σελίδα 426.

[42] Άντον Πάνεκουκ. «Τα Εργατικά Συμβούλια». Εκδόσεις «Ελεύθερος Τύπος», 1996. Σελίδα 22.

[43] Αντρές Ρουτζέρι. «Οι Ανακτημένες Επιχειρήσεις της Αργεντινής. Καταλαμβάνουμε, Αντιστεκόμαστε, Παράγουμε». Εκδόσεις «Οι εκδόσεις των συναδέλφων» και «Ακυβέρνητες Πολιτείες», 2014.  Σελίδα 41.

[44] Όπως παραπάνω. Σελίδα 50.

[45] Φρίντριχ Ένγκελς. Άρθρο «Για το Κύρος» γραμμένο το Φλεβάρη του 1783. Στο έργο με τίτλο «Διαλεχτά Έργα», πρώτος τόμος, εκδόσεις «Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ», 1951. Σελίδες 766-770.

[46] V.I. Lenin. «The Immediate Tasks of the Soviet Government». Lenin’s Collected Works, 4th English Edition, Progress Publishers, Moscow, 1972 Volume 27, Σελίδες 235-77.

[47] Ο ίδιος ο ιδρυτής του «επιστημονικού μάνατζμεντ», Frederic Winslow Taylor, ήταν ένας νευρωτικός και ψυχαναγκαστικός άνθρωπος. Οι εργάτες, δε, που αρίστευαν στο Τεϊλορικό σύστημα ήταν αυτοί που είχαν τη χαμηλότερη νοημοσύνη και μια από τις μικρότερες επιδεξιότητες μεταξύ των συναδέλφων τους. Αυτοί οι (γρήγοροι και υπάκουοι) εργάτες ήταν κοινωνικά απόβλητοι τόσο εντός όσο και εκτός εργοστασίου. Οι παραπάνω πληροφορίες προέρχονται από το βιβλίο αναφοράς του Harry Braverman με τίτλο «Εργασία και μονοπωλιακό κεφάλαιο. Η υποβάθμιση της εργασίας στον εικοστό αιώνα». Πρώτος τόμος. Εκδόσεις «Λέσχη κατασκόπων του 21ου αιώνα», 2005. Σελίδες 102-143.
    
[48] Ο ίδιος ο Taylor έλεγε τα εξής για το σύστημα που εισήγαγε: «'Όταν λοιπόν μέσα από όλη αυτήν την εκπαίδευση και τη λεπτομερή καθοδήγηση η δουλειά γίνεται κατά τα φαινόμενα πολύ στρωτή και εύκο­λη για τον εργάτη, η πρώτη εντύπωση είναι πως το όλο σχέδιο τείνει να τον μετατρέψει σε αυτόματο, σε αχυράνθρωπο. Όπως λένε συχνά οι ίδιοι οι εργάτες όταν έρχονται αντιμέτωποι με αυτό το σύστημα για πρώτη φο­ρά, “Δηλαδή τι; Δεν μου επιτρέπεται να σκέφτομαι ή να κινούμαι χωρίς να παρεμβαίνει κάποιος ή να το κάνει εκείνος για μένα;”. Η ίδια κριτική και οι ίδιες αντιρρήσεις όμως θα μπορούσαν να εγερθούν απέναντι στο σύνολο του σύγχρονου καταμερισμού της εργασίας».  Frederick Winslow Taylor. «Principles of Scientific Management», 1911. Chapter Two: The Principles of Scientific Management. The Finest Type of Ordinary Management.

[49] Αντρές Ρουτζέρι. «Οι Ανακτημένες Επιχειρήσεις της Αργεντινής. Καταλαμβάνουμε, Αντιστεκόμαστε, Παράγουμε». Εκδόσεις «Οι εκδόσεις των συναδέλφων» και «Ακυβέρνητες Πολιτείες», 2014.  Σελίδα 223.

[50] Καρλ Μαρξ. «Grundrisse». Εκδόσεις «Α/συνέχεια», 2009. Σελίδες 210-211, 215.

[51] Καρλ Μαρξ, Φρίντριχ Ένγκελς. «Η Γερμανική Ιδεολογία». Εκδόσεις «Gutenberg», 1997. Πρώτος τόμος. Σελίδα 81.

[52] Όπως παραπάνω. Σελίδα 82.

[53] Istvan Meszaros. «Beyond Capital : Toward a Theory of Transition». Εκδόσεις «Monthly Review Press», 1995. Σελίδα 769.

[54] Dario Azzellini. «Workers’ Control under Venezuela’s Bolivarian Revolution» στο συλλογικό τόμο με τίτλο «Ours to Master and to Own. Workers’ Control from the Commune to the Present», Εκδόσεις Haymarket Books, 2011. Σελίδα 384.

[55] Όπως παραπάνω. Σελίδα 385.

[56] Όπως παραπάνω. Σελίδες 386-387.

[57] Όπως παραπάνω. Σελίδα 387.

[58] Όπως παραπάνω. Σελίδες 393-394.

[59] Mauricio Sarda de Faria, Henrique T. Novaes. «Brazilian Recovered Factories: The Constraints of Workers’ Control» στο συλλογικό τόμο με τίτλο «Ours to Master and to Own. Workers’ Control from the Commune to the Present», Εκδόσεις Haymarket Books, 2011. Σελίδες 403-404.

[60] Όπως παραπάνω. Σελίδα 405.

[61] Όπως παραπάνω. Σελίδα 406.

[62] Όπως παραπάνω.

[63] David Harvey. «Εξεγερμένες Πόλεις. Από το Δικαίωμα στην Πόλη στην Επανάσταση της Πόλης». Εκδόσεις «ΚΨΜ», 2013. Σελίδες 221-272.

[64] Καρλ Μαρξ. «Ο Εμφύλιος Πόλεμος στη Γαλλία». Εκδόσεις «Θεμέλιο», 2014. Σελίδες 106-107.

[65] John Holloway. «Ας αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να καταλάβουμε την εξουσία». Εκδόσεις «Σαββάλας», 2006. Σελίδες 186-187.

[66] Όπως παραπάνω. Σελίδα 54.

[67] Αλβάρο Γκαρσία Λινέρα. «Κράτος, επανάσταση και ηγεμονία». Εκδόσεις «Α/συνέχεια», 2014. Σελίδες 26-27.

No comments:

Post a Comment